Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Φθινόπωρο στα Βαρδούσια

Στην ολιγοήμερη μου επιστροφή στην Ελλάδα, επισκέφτηκα τα μήτρια χώματα. Αυτή τη φορά, δεν ήθελα να ανέβω ψηλά προς τις άγριες βουνοκορφές των λατρεμένων μου Βααρδουσίων, αλλά να κατηφορίσω τα μονοπάτια προς το ποτάμι και να περπατήσω εκεί που πέρασα πολλά από τα παιδικά μου χρόνια (καλοκαίρια).

Η γιαγιά ήταν χαρούμενη γιατί έριξαν τσιμέντο στο δρόμο που οδηγεί στο σπίτι μας. Εμένα πάλι με έπιασε θλίψη μπροστά σε αυτή την τσιμεντοποίηση όλων των γραφικών μονοπατιών που συνδέουν το χωριό. Ευκολία θα σου πουν οι μεν, να μπορούν τα αυτοκίνητα να έρθουν ένα μέτρο από το κάθε σπίτι, να αφήσουν τους αγχωμένους και καταπιεσμένους Αθηναίους να απολάυσουν ένα ήρεμο ΣΚ στο χωριό, χωρίς να κάνουν βήμα και να καλοπεράσουν καταβροχθίζοντας όσα περισσότερα παϊδάκια μπορούν.

Πήρα το δρόμο προς το χωράφι που έχουμε στον Αγιο Αθανάσιο, νέοι χωματόδρομοι, νέα σπίτια, κάποια κακόγουστα, το μονοπάτι συνεχίζει,

αλλά θέλει καθάρισμα, πολλά βάτα, και κατεβαίνει στο ποτάμι. Που να σκεφτεί κάποιος να φτιάξει κανά γεφυράκι να περνάει απέναντι ή κάποιο παγκάκι. Προτεραιότητα στην τσιμεντοποίηση του χωριού. Γυρίζω πίσω από τα ίδια για να περάσω από την απέναντι όχθη του ρέματος (το γνωστό Σκατόρεμα) ακολουθώ τον χωματόδρομο που βγαίνει μέχρι τη γέφυρα του Νταού, βρίσκω ένα παλαιό πέτρινο εικονοστάσι, η μνήμη δε λαθεύει. 3 μέτρα κάτω από το δρόμο πέρναγε το μονοπάτι που οδηγεί στα Παλιοχώρια. Προς έκπληξη μου, υπάρχει ακόμα, αν και ο δρόμος σε κάποιες φουρκέτες το έχει καταστρέψει.

Ο καιρός κλειστός, αλλά τα φθινοπωρινά χρώματα υπέροχα. Δε θέλω να γυρίσω ακόμα σπίτι που με περιμένει η γιαγιά για φαγητό, θα πάρω ένα

άλλο δρόμο για να με βγάλει στην πλαγιά απέναντι από το σπίτι μας, όπου 20+ χρόνια πριν παίζαμε πόλεμο στις σάρες ανάμεσα στα έλατα και θυμάμαι τον εαυτό μου να φοβάται να περπατήσει σε αυτό το πεδίο. Σε λίγο βρίσκω το παλιό αυλάκι που χρησιμοποιούσαν οι χωριανοί για το πότισμα το καλοκαίρι. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να έχει άγχος για να προλάβει να «γυρίσει» το νερό, πόσοι τσακωμοί και παρεξηγήσεις για το ποιος θα ποτίσει πρώτος. Τώρα πια έχει μουχλιάσει αλλά το μονοπάτι δίπλα σε αυτό υπάρχει ακόμη. Το ακολουθώ και θα με οδηγήσει στο μέρος που παίζαμε ποδόσφαιρο πιτσιρικάδες. Στη Τσελιανη.

Τώρα πια συρματοπλεγμένη, απόρησα πως μπορούσαμε και παίζαμε σε ένα τόσο μικρό χώρο με κλίση και με ένα μικρό γκρεμό δίπλα. Δίπλα στην αλάνα και μέσα στο δάσος, τα υπολείμματα ενός ξύλινου σπιτιού πάνω στα δέντρα.

Επιστρέφω σπίτι από το τελευταίο μη τσιμεντοποιήμενο μονοπάτι. Δε είμαι σίγουρος τελικά: Εγώ είμαι ο παράξενος και ο ρομαντικός ή οι γύρω μου έχουν χάσει κάθε έννοιας σεβασμού στο περιβάλλον και στο μέρος που μεγάλωσαν και σκέφτονται μόνο την καλοπέραση τους...









Δεν υπάρχουν σχόλια: