Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Μικρή Ζήρεια


Χριστούγεννα προ των πυλών αλλά o καιρός που επικρατούσε τις τελευταίες μέρες, μας δυσκόλευε λίγο στην επιλογή προορισμού. Κάτι το σκηνικό που είχαν φανταστεί οι κοπέλες της παρέας (καταφύγιο, τζάκι με το χιόνι να πέφτει αδιάκοπο και άλλα ωραία), οι επιλογές μας ήταν περιορισμένες, μιας και το αποφασίσαμε τελευταία στιγμή. Είχαμε βέβαια και πρόσκληση από την παρέα του Βουλκανιζατέρ 2009 για Βουτσικάκι, αλλά το είχαμε πολύ πρόσφατο και για ΣΚ μας έπεφτε λίγο μακριά + το γεγονός ότι ένα από τα ιδρυτικά μας μέλη είχε ατύχημα με ποδήλατο στις 01:00 το πρωί (που πας ρε Καραμήτρο??) Δοκιμάσαμε την τύχη μας για το καταφύγιο της Ζήρειας, και αφού πήραμε άκυρο, επιλέξαμε μια από τις γνωστές «καβάτζες» των Αλλού Γιαλλού. Κεφαλάρι Κορινθίας και στόχος η Μικρή Ζήρεια. Είχαμε μια αποτυχημένη προσπάθεια μες το 2009 και δεν ήταν άσχημος ως προορισμός και με σεβαστή υψομετρική διαφορά.

Με τα πολλά ξεκινάμε από την Αθήνα και αφού η Αλέκα είχε ξεμπερδέψει με τις μπουγάδες της, ξεχνώντας τις προμήθειες του ΣΚ, και με καθυστέρηση μόλις 45 λεπτών κατευθυνθήκαμε στο ηλιόλουστο Ξυλόκαστρο για καφεδάκι, όπου τελικώς συγκεντρωθήκαμε 9 άτομα (ζωή να έχουμε). Είχαμε μάλιστα τη χαρά να μας τιμήσει με την παρουσία της, η ταμίας του ΕΠΟΣ Φυλής, η Όλγα Μουρίκη. Παίρνουμε τις τελικές μας αποφάσεις (πάντα με το γνωστό δημοκρατικό τρόπο) και κατευθυνόμαστε στο Κεφαλάρι, από ένα πολύ γραφικό και όμορφο στενό ασφαλτόδρομο από τα Στύλια, βγαίνοντας αρχικά στη Βελίνα, στο Κλημέντι και από κει στο Κεφαλάρι αγνοώντας επιδεικτικά τα Τρίκαλα Κορινθίας. Εντοπίζουμε το σημείο διανυκτέρευσης και πλέον πεινασμένοι από το ταξίδι, οδηγούμαστε σε ταβέρνα της Στυμφαλίας, όπου θα κρεπαλιάσουμε και θα περάσουμε ευχάριστα την ώρα μας, συνοδεία γνωστού επιτραπέζιου (Taboo).

Επιστροφή για ύπνο, περιμένοντας τον τελευταίο της παρέας, τον Μάκη, όπου θα αριβάρει λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Καποιοι από τους συμμετέχοντες θα ξαγρυπνήσουν από τον ομολογουμένως έντονο αέρα και οι υπόλοιποι απλά θα απολαύσουν ένα ακόμα βαθύ ύπνο στην τιμημένη Ελληνική Ύπαιθρο.

Χαλαρό ξύπνημα, μετά συνοδείας πρωινού στο μοναδικό ανοικτό καφενεδάκι του χωριού (Κεφαλάρι), η ώρα 09:30 και ακόμα είμαστε στα 860μ. Θα επιλεχθεί τελικώς η προώθηση με τα αυτοκίνητα μέχρι τα Ισιώματα για εξικονόμηση χρόνου (Ευτυχώς γιατί γλυτώσαμε το χάσιμο στο κεδρόδασος πάνω από το Κεφαλάρι). Ξεκινάμε από τσιμεντένιο τοιχίο (Τρίτη διασταύρωση του κεντρικού χωματόδρομου) σε δασικό δρόμο και ακολουθούμε τα πηγάδια (συνολικά 5) μέχρι σημείο με σημάδια και κορδέλες. Από δω το μονοπάτι ανηφορίζει μέσα στο δάσος με πολύ καλή σήμανση (μικρά κόκκινα μεταλλικά ταμπελάκια, θέλει μια στοιχειώδη προσοχή), βγαίνει για λίγο σε χαρακτηριστικό ξέφωτο, και παίρνει την τελική ανηφόρα σε χαρακτηριστική ρεματιά (επι το πλείστον στα δεξιά της), μέχρι να βγούμε σε μπαλκόνι – εξώστη – ώμο στα 1600 μέτρα. Μπροστά μας χαρακτηριστικός βράχος που το μονοπάτι τον τραβερσάρει από δεξιά. Περιττό να πω ότι το βουνό δεν είχε καθόλου χιόνι. Επιλέξαμε τραβερσάρισμα από χαμηλά, χωρίς να βγούμε στην κορυφογραμμή με στόχο το διάσελο και στη συνέχεια συνεχίσαμε για Ντουσιά (έχοντας θέα σε Στυμφαλία και Κεφαλάρι), παρέα με τα 6 μποφώρ του αέρα που δεν σταμάτησε να λυσσομανά. Θα επιλέξουμε να επισκεφτούμε και την ψηλότερη κορυφή (ανώνυμη 2117), θα απολαύσουμε τη θέα της Μεγ. Ζήρειας (ελάχιστο χιόνι) και θα πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Στα Ισιώματα θα συναντήσουμε και τους φίλους μας τα ζώα ή τζιπάδες που διασκέδαζαν λασπώνοντας τα πολυτελή αυτοκίνητα τους για να μπορούν να περηφανευτούν αργότερα για τις περιπέτειες τους, Τι να πει κανείς... Φινάλε του ΣΚ σε ταβέρνα στην είσοδο του χωριού (Κεφαλάρι), και συνοδεία ψιλόβροχου μέχρι το Κιάτο.

Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες και ιδιαίτερα την Δέσποινα και τον Κώστα για την παρθενική τους συμμετοχή στους Αλλού Γιαλλού.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Δυτική Πάρνηθα

Έχοντας «φάει» άκυρο Παρασκευή βράδυ για τη Γκιώνα και το Tραγονόρος, συν κάποιες προσωπικές υποχρεώσεις το Σάββατο, μου έμεινε μόνο η Κυριακή για μια ολιγόωρη εξόρμηση. Κλασσικός ολιγόωρος προορισμός η Πάρνηθα, μάλιστα η δυτική της πλευρά με επίκεντρο την ορθοπλαγιά του Άρματος. Ξεκινήσαμε λοιπόν με τον αδερφό μου, από το τέλος χωματόδρομου μέσα στη Χασιά, όπου για να βρεθεί κάποιος εκεί, θα πρέπει να περάσει το δημαρχείο και την κεντρική πλατεία του χωριού, όλες τις ταβέρνες και να στρίψει δεξιά μετά από ανοιχτό γήπεδο 5x5 προς Αγ. Κυπριανό. Στην πρώτη διασταύρωση κάνουμε δεξιά, προσέχουμε μπλε σημάδι σε στύλο της ΔΕΗ, συνεχίζουμε σε στενό ασφαλτόδρομο, και στη διχάλα που ακολουθεί, παίρνουμε τον κάτω δρόμο (Οδός Γιαννούλας), που τον ακολουθούμε μέχρις ότου, μετατραπεί σε χωματόδρομο, όπου και παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας.

Το μονοπάτι είναι τεράστιο, τραβερσάρει την πλαγιά χωρίς καμιά υψομετρική διαφορά, βρίσκει τον παλιό υδραγωγό της Φυλής και συνεχίζει έως χαρακτηριστικό ξέφωτο με παιδική χαρά (20 λεπτά). Εδώ υπάρχει η επιλογή να περάσουμε απέναντι στη Μονή Κλειστών διασχίζοντας το ρέμα της Γιαννούλας. Όχι σήμερα βέβαια, γιατί η διαδρομή μας θα είναι διαφορετική. Σε 5 λεπτά, διπλοί ταμπελώνες μας ενημερώνουν για τις επιλογές μας. Αλογόπετρα, Κιάφα Πίνη, Σπήλαιο Πανός. Εμείς θα ακολουθήσουμε τη διαδρομή για Σπήλαιο Πανός, και θα πάρουμε την ελαφριά ανηφορική πορεία δίπλα στην Αλογόπετρα. Στη παρέα μας και ένας σκύλος από τη Χασιά, που θα μας συντροφεύσει μέχρι το τέλος της πορείας. Μικρή στάση σε άλλο χαρακτηριστικό ξέφωτο (50 λεπτά), και συνέχιση της ανηφορικής μας πορείας για να βγούμε στο γυμνά με κάποια καμμένα, απέναντι από την εντυπωσιακή ορθοπλαγιά του Άρματος (1 ώρα και 30 λεπτά). Ο καιρός καθαρός, θα ατενίσουμε την πεδιάδα του Ασπροπύργου, αλλά και το τελείωμα του Υμηττού και τον Αργοσαρωνικό. Κάποια μπαλώματα στα 850μ. μαρτυρούν την χιονόπτωση των προηγούμενων ημερών. Συνολικά σε 1 ώρα και 45 λεπτά από τη Χασιά, είμαστε στην πηγή Ταμίλθι, με το δροσερό νερό. Κάτω μας χάσκει το ρέμα της Γκούρας που ακούγεται φουριόζικο και ορμητικό. Αυτό το γεγονός θα αλλάξει και τα σχέδια συνέχισης της διαδρομής μας.

Από τη πηγή Ταμίλθι, πάλι υπάρχουν διαφορετικές επιλογές. Μια είναι να συνεχίσει κανείς, με ελαφρά κατηφορική πορεία με κατεύθυνση τη Σπηλιά του Πανός και στη συνέχεια μέσω Κιάφας Καλαμαρά να επιστρέψει στη Μονή Κλειστών. Η άλλη επιλογή, να ακολουθήσει το μονοπάτι για Κιάφα Πίνη και Αγ. Γεώργιο Κεραμιδίου. Αυτό κάναμε και εμείς. Λίγη ανηφόρα κάτω από την κορυφή Ταμίλθι, βγαίνουμε σε ανοικτό οροπέδιο (Λάκα Ηλιού), ακολουθούμε με δυσκολία τα κόκκινα σήματα των πετρών του εδάφους που είναι πασπαλισμένες με χιόνι και βγαίνουμε σε δασικό δρόμο. Εδώ είναι ένα κομβικό σημείο της διαδρομής μιας και εδώ βρίσκεται η συνέχεια του μονοπατιού από Αγ. Γεώργιο Κεραμιδιού προς Αγ, Κυπριανό. Επιλέγουμε λοιπόν να μην συνεχίσουμε για Κιάφα Πίνη και να πάρουμε την κατηφόρα, αποφασίζονατς να επιστέψουμε στην εκκίνηση της πορείας μας (ή έστω κάπου κοντά). Θα συναντήσουμε και τους μοναδικούς ανθρώπους λίγο πριν βγούμε στο δασικό δρόμο που θα μας οδηγήσει στο Μεγάλο Χωράφι (όνομα και πράμα) με τα κολλημένα μεταλλικά κυπελλάκια πάνω στα δέντρα για τη συλλογή ρετσινιού. Έχουμε πλέον πανοραμική άποψη της Φυλής, με τις καμινάδες των ταβερνών να καπνίζουν και να μεταφέρουν την τσίκνα χιλιόμετρα μακριά. Το τελευταίο κομμάτι είναι λίγο άχαρο, μιας και κάνουμε ένα μεγάλο κύκλο για να βγούμε τελικώς στον Αγ. Κυπριανό, αλλά αποζημιώνει ταυτόχρονα κινούμενο σε πυκνό δάσος, βγάζοντας μας στον ασφαλτόδρομο και στη συνέχεια στην εκκίνηση της πορείας μας.

Μια κυκλική (σχεδόν) πορεία στην Δυτική Πάρνηθα τεσσάρων ωρών, που σε απομονώνει εντελώς από την πολύβοη και κουραστική πρωτεύουσα.

Από μια πλευρά με ευχαριστεί το γεγονός πως η ανθρώπινη παρουσία στο βουνό είναι ελάχιστη. Σπάνια διασταυρώνομαι με ανθρώπους σε όποια σύντομη μου εξόρμηση στην Πάρνηθα. Από την άλλη με λυπεί το γεγονός πως σε σε μια πόλη 5 εκατομυρίων, μόνο μια δεκάδα λεωφορείων κάθε ΣΚ, εγκαταλείπει το λεκανοπέδιο, στα πλαίσια εξορμήσεων των Αθηναϊκών Συλλόγων και σκόρπιοι 100-150 άνθρωποι περπατούν στα βουνά της Αττικής.

Αυτό που έχω καταλάβει τουλάχιστον για την Πάρνηθα είναι ότι για τους περισσότερους από εμάς, η Πάρνηθα είχε καεί πολύ πριν τις φωτιές και παρόλα τα κροκοδείλια δάκρυα για την καταστροφή της, αγνοούμε και ταυτόχρονα σνομπάρουμε την ύπαρξη της. Για τους υπόλοιπους, η Πάρνηθα θα παραμείνει ένα μέρος ανεξάντλητων διαδρομών, που χαρίζει στον περιηγητή ηρεμία και ευεξία.