Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Μικρή Ζήρεια


Χριστούγεννα προ των πυλών αλλά o καιρός που επικρατούσε τις τελευταίες μέρες, μας δυσκόλευε λίγο στην επιλογή προορισμού. Κάτι το σκηνικό που είχαν φανταστεί οι κοπέλες της παρέας (καταφύγιο, τζάκι με το χιόνι να πέφτει αδιάκοπο και άλλα ωραία), οι επιλογές μας ήταν περιορισμένες, μιας και το αποφασίσαμε τελευταία στιγμή. Είχαμε βέβαια και πρόσκληση από την παρέα του Βουλκανιζατέρ 2009 για Βουτσικάκι, αλλά το είχαμε πολύ πρόσφατο και για ΣΚ μας έπεφτε λίγο μακριά + το γεγονός ότι ένα από τα ιδρυτικά μας μέλη είχε ατύχημα με ποδήλατο στις 01:00 το πρωί (που πας ρε Καραμήτρο??) Δοκιμάσαμε την τύχη μας για το καταφύγιο της Ζήρειας, και αφού πήραμε άκυρο, επιλέξαμε μια από τις γνωστές «καβάτζες» των Αλλού Γιαλλού. Κεφαλάρι Κορινθίας και στόχος η Μικρή Ζήρεια. Είχαμε μια αποτυχημένη προσπάθεια μες το 2009 και δεν ήταν άσχημος ως προορισμός και με σεβαστή υψομετρική διαφορά.

Με τα πολλά ξεκινάμε από την Αθήνα και αφού η Αλέκα είχε ξεμπερδέψει με τις μπουγάδες της, ξεχνώντας τις προμήθειες του ΣΚ, και με καθυστέρηση μόλις 45 λεπτών κατευθυνθήκαμε στο ηλιόλουστο Ξυλόκαστρο για καφεδάκι, όπου τελικώς συγκεντρωθήκαμε 9 άτομα (ζωή να έχουμε). Είχαμε μάλιστα τη χαρά να μας τιμήσει με την παρουσία της, η ταμίας του ΕΠΟΣ Φυλής, η Όλγα Μουρίκη. Παίρνουμε τις τελικές μας αποφάσεις (πάντα με το γνωστό δημοκρατικό τρόπο) και κατευθυνόμαστε στο Κεφαλάρι, από ένα πολύ γραφικό και όμορφο στενό ασφαλτόδρομο από τα Στύλια, βγαίνοντας αρχικά στη Βελίνα, στο Κλημέντι και από κει στο Κεφαλάρι αγνοώντας επιδεικτικά τα Τρίκαλα Κορινθίας. Εντοπίζουμε το σημείο διανυκτέρευσης και πλέον πεινασμένοι από το ταξίδι, οδηγούμαστε σε ταβέρνα της Στυμφαλίας, όπου θα κρεπαλιάσουμε και θα περάσουμε ευχάριστα την ώρα μας, συνοδεία γνωστού επιτραπέζιου (Taboo).

Επιστροφή για ύπνο, περιμένοντας τον τελευταίο της παρέας, τον Μάκη, όπου θα αριβάρει λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Καποιοι από τους συμμετέχοντες θα ξαγρυπνήσουν από τον ομολογουμένως έντονο αέρα και οι υπόλοιποι απλά θα απολαύσουν ένα ακόμα βαθύ ύπνο στην τιμημένη Ελληνική Ύπαιθρο.

Χαλαρό ξύπνημα, μετά συνοδείας πρωινού στο μοναδικό ανοικτό καφενεδάκι του χωριού (Κεφαλάρι), η ώρα 09:30 και ακόμα είμαστε στα 860μ. Θα επιλεχθεί τελικώς η προώθηση με τα αυτοκίνητα μέχρι τα Ισιώματα για εξικονόμηση χρόνου (Ευτυχώς γιατί γλυτώσαμε το χάσιμο στο κεδρόδασος πάνω από το Κεφαλάρι). Ξεκινάμε από τσιμεντένιο τοιχίο (Τρίτη διασταύρωση του κεντρικού χωματόδρομου) σε δασικό δρόμο και ακολουθούμε τα πηγάδια (συνολικά 5) μέχρι σημείο με σημάδια και κορδέλες. Από δω το μονοπάτι ανηφορίζει μέσα στο δάσος με πολύ καλή σήμανση (μικρά κόκκινα μεταλλικά ταμπελάκια, θέλει μια στοιχειώδη προσοχή), βγαίνει για λίγο σε χαρακτηριστικό ξέφωτο, και παίρνει την τελική ανηφόρα σε χαρακτηριστική ρεματιά (επι το πλείστον στα δεξιά της), μέχρι να βγούμε σε μπαλκόνι – εξώστη – ώμο στα 1600 μέτρα. Μπροστά μας χαρακτηριστικός βράχος που το μονοπάτι τον τραβερσάρει από δεξιά. Περιττό να πω ότι το βουνό δεν είχε καθόλου χιόνι. Επιλέξαμε τραβερσάρισμα από χαμηλά, χωρίς να βγούμε στην κορυφογραμμή με στόχο το διάσελο και στη συνέχεια συνεχίσαμε για Ντουσιά (έχοντας θέα σε Στυμφαλία και Κεφαλάρι), παρέα με τα 6 μποφώρ του αέρα που δεν σταμάτησε να λυσσομανά. Θα επιλέξουμε να επισκεφτούμε και την ψηλότερη κορυφή (ανώνυμη 2117), θα απολαύσουμε τη θέα της Μεγ. Ζήρειας (ελάχιστο χιόνι) και θα πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Στα Ισιώματα θα συναντήσουμε και τους φίλους μας τα ζώα ή τζιπάδες που διασκέδαζαν λασπώνοντας τα πολυτελή αυτοκίνητα τους για να μπορούν να περηφανευτούν αργότερα για τις περιπέτειες τους, Τι να πει κανείς... Φινάλε του ΣΚ σε ταβέρνα στην είσοδο του χωριού (Κεφαλάρι), και συνοδεία ψιλόβροχου μέχρι το Κιάτο.

Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες και ιδιαίτερα την Δέσποινα και τον Κώστα για την παρθενική τους συμμετοχή στους Αλλού Γιαλλού.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Δυτική Πάρνηθα

Έχοντας «φάει» άκυρο Παρασκευή βράδυ για τη Γκιώνα και το Tραγονόρος, συν κάποιες προσωπικές υποχρεώσεις το Σάββατο, μου έμεινε μόνο η Κυριακή για μια ολιγόωρη εξόρμηση. Κλασσικός ολιγόωρος προορισμός η Πάρνηθα, μάλιστα η δυτική της πλευρά με επίκεντρο την ορθοπλαγιά του Άρματος. Ξεκινήσαμε λοιπόν με τον αδερφό μου, από το τέλος χωματόδρομου μέσα στη Χασιά, όπου για να βρεθεί κάποιος εκεί, θα πρέπει να περάσει το δημαρχείο και την κεντρική πλατεία του χωριού, όλες τις ταβέρνες και να στρίψει δεξιά μετά από ανοιχτό γήπεδο 5x5 προς Αγ. Κυπριανό. Στην πρώτη διασταύρωση κάνουμε δεξιά, προσέχουμε μπλε σημάδι σε στύλο της ΔΕΗ, συνεχίζουμε σε στενό ασφαλτόδρομο, και στη διχάλα που ακολουθεί, παίρνουμε τον κάτω δρόμο (Οδός Γιαννούλας), που τον ακολουθούμε μέχρις ότου, μετατραπεί σε χωματόδρομο, όπου και παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας.

Το μονοπάτι είναι τεράστιο, τραβερσάρει την πλαγιά χωρίς καμιά υψομετρική διαφορά, βρίσκει τον παλιό υδραγωγό της Φυλής και συνεχίζει έως χαρακτηριστικό ξέφωτο με παιδική χαρά (20 λεπτά). Εδώ υπάρχει η επιλογή να περάσουμε απέναντι στη Μονή Κλειστών διασχίζοντας το ρέμα της Γιαννούλας. Όχι σήμερα βέβαια, γιατί η διαδρομή μας θα είναι διαφορετική. Σε 5 λεπτά, διπλοί ταμπελώνες μας ενημερώνουν για τις επιλογές μας. Αλογόπετρα, Κιάφα Πίνη, Σπήλαιο Πανός. Εμείς θα ακολουθήσουμε τη διαδρομή για Σπήλαιο Πανός, και θα πάρουμε την ελαφριά ανηφορική πορεία δίπλα στην Αλογόπετρα. Στη παρέα μας και ένας σκύλος από τη Χασιά, που θα μας συντροφεύσει μέχρι το τέλος της πορείας. Μικρή στάση σε άλλο χαρακτηριστικό ξέφωτο (50 λεπτά), και συνέχιση της ανηφορικής μας πορείας για να βγούμε στο γυμνά με κάποια καμμένα, απέναντι από την εντυπωσιακή ορθοπλαγιά του Άρματος (1 ώρα και 30 λεπτά). Ο καιρός καθαρός, θα ατενίσουμε την πεδιάδα του Ασπροπύργου, αλλά και το τελείωμα του Υμηττού και τον Αργοσαρωνικό. Κάποια μπαλώματα στα 850μ. μαρτυρούν την χιονόπτωση των προηγούμενων ημερών. Συνολικά σε 1 ώρα και 45 λεπτά από τη Χασιά, είμαστε στην πηγή Ταμίλθι, με το δροσερό νερό. Κάτω μας χάσκει το ρέμα της Γκούρας που ακούγεται φουριόζικο και ορμητικό. Αυτό το γεγονός θα αλλάξει και τα σχέδια συνέχισης της διαδρομής μας.

Από τη πηγή Ταμίλθι, πάλι υπάρχουν διαφορετικές επιλογές. Μια είναι να συνεχίσει κανείς, με ελαφρά κατηφορική πορεία με κατεύθυνση τη Σπηλιά του Πανός και στη συνέχεια μέσω Κιάφας Καλαμαρά να επιστρέψει στη Μονή Κλειστών. Η άλλη επιλογή, να ακολουθήσει το μονοπάτι για Κιάφα Πίνη και Αγ. Γεώργιο Κεραμιδίου. Αυτό κάναμε και εμείς. Λίγη ανηφόρα κάτω από την κορυφή Ταμίλθι, βγαίνουμε σε ανοικτό οροπέδιο (Λάκα Ηλιού), ακολουθούμε με δυσκολία τα κόκκινα σήματα των πετρών του εδάφους που είναι πασπαλισμένες με χιόνι και βγαίνουμε σε δασικό δρόμο. Εδώ είναι ένα κομβικό σημείο της διαδρομής μιας και εδώ βρίσκεται η συνέχεια του μονοπατιού από Αγ. Γεώργιο Κεραμιδιού προς Αγ, Κυπριανό. Επιλέγουμε λοιπόν να μην συνεχίσουμε για Κιάφα Πίνη και να πάρουμε την κατηφόρα, αποφασίζονατς να επιστέψουμε στην εκκίνηση της πορείας μας (ή έστω κάπου κοντά). Θα συναντήσουμε και τους μοναδικούς ανθρώπους λίγο πριν βγούμε στο δασικό δρόμο που θα μας οδηγήσει στο Μεγάλο Χωράφι (όνομα και πράμα) με τα κολλημένα μεταλλικά κυπελλάκια πάνω στα δέντρα για τη συλλογή ρετσινιού. Έχουμε πλέον πανοραμική άποψη της Φυλής, με τις καμινάδες των ταβερνών να καπνίζουν και να μεταφέρουν την τσίκνα χιλιόμετρα μακριά. Το τελευταίο κομμάτι είναι λίγο άχαρο, μιας και κάνουμε ένα μεγάλο κύκλο για να βγούμε τελικώς στον Αγ. Κυπριανό, αλλά αποζημιώνει ταυτόχρονα κινούμενο σε πυκνό δάσος, βγάζοντας μας στον ασφαλτόδρομο και στη συνέχεια στην εκκίνηση της πορείας μας.

Μια κυκλική (σχεδόν) πορεία στην Δυτική Πάρνηθα τεσσάρων ωρών, που σε απομονώνει εντελώς από την πολύβοη και κουραστική πρωτεύουσα.

Από μια πλευρά με ευχαριστεί το γεγονός πως η ανθρώπινη παρουσία στο βουνό είναι ελάχιστη. Σπάνια διασταυρώνομαι με ανθρώπους σε όποια σύντομη μου εξόρμηση στην Πάρνηθα. Από την άλλη με λυπεί το γεγονός πως σε σε μια πόλη 5 εκατομυρίων, μόνο μια δεκάδα λεωφορείων κάθε ΣΚ, εγκαταλείπει το λεκανοπέδιο, στα πλαίσια εξορμήσεων των Αθηναϊκών Συλλόγων και σκόρπιοι 100-150 άνθρωποι περπατούν στα βουνά της Αττικής.

Αυτό που έχω καταλάβει τουλάχιστον για την Πάρνηθα είναι ότι για τους περισσότερους από εμάς, η Πάρνηθα είχε καεί πολύ πριν τις φωτιές και παρόλα τα κροκοδείλια δάκρυα για την καταστροφή της, αγνοούμε και ταυτόχρονα σνομπάρουμε την ύπαρξη της. Για τους υπόλοιπους, η Πάρνηθα θα παραμείνει ένα μέρος ανεξάντλητων διαδρομών, που χαρίζει στον περιηγητή ηρεμία και ευεξία.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Καλλιακούδα 2101μ



Παρασκευή 12 το μεσημέρι και επιστρέφω από επαγγελματικό ταξίδι από Φλώρινα στη Θεσσαλονίκη. Είμαι στο αεροδρόμιο Μακεδονία και έχω 2 ώρες ακόμη για να επιστρέψω το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Μια βόλτα προς τη Χαλκιδική δεν θα ήταν κακή ιδέα. Η διαδρομή μου θα σταματήσει στη Νέα Μηχανιώνα. Θα περπατήσω λίγο στον κεντρικό δρόμο και θα απολαύσω τη θέα του Θερμαικού, με μια κούπα ελληνικό καφέ από το μπαλκόνι μιας καφετέριας. Ο Όλυμπος πρέπει να είναι κάπου εκεί απέναντι μου αλλά η θολούρα δε μου επιτρέπει να δω περισσότερα. Επόμενη σκέψη η άφιξη του ΣΚ και η ανάβαση στην Καλλιακούδα με τον ΕΠΟΣ Φυλής. Έμπνευση της στιγμής, να ενημερώσω μια κοπέλα από το Καρπενήσι, που γνώρισα στο forum και ενδιαφερόταν για πεζοπορίες στη γύρω περιοχή. Κλείνω το laptop, επιστροφή στο αεροδρόμιο, με τα πολλά είμαι στην Αθήνα, φτιάχνοντας το σακίδιο μου για την εξόρμηση του ΣΚ.

Είμαι στο λεωφορείο κινούμενος στην Εθνική οδό για τη Λαμία. Έχω μήνυμα από τη Γιούλη (την κοπέλα από το Καρπενήσι). Θέλει να συμμετέχει στην εκδρομή μας. Χαίρομαι χωρίς να ξέρω πραγματικά γιατί. Στάση στη Λαμία, παίρνουμε τους τελευταίους επιβάτες της εκδρομής, τους καλούς φίλους Κωστή και Λένα που μένουν στον Αγ. Κωσταντίνο και συνεχιζουμε για Καρπενήσι. Σταματάμε σε ένα πρατήριο (με χειροποίητες πίτες), εξαφανίζουμε οτιδήποτε φαγώσιμο από τις προθήκες του πρατηρίου και καταλήγουμε στο Νέο Μικρό Χωριό, όπου και θα φιλοξενηθούμε στο τοπικό δημοτικό σχολείο και σε ξενώνα.

Έχω δώσει ραντεβού με τη Γιούλη και θα μας ακολουθήσει στη μικρή βόλτα ως τη λίμνη του Παλιού Μικρού Χωριού, αποτέλεσμα της τραγικής κατολίσθησης το 1963, με τον γρουσούζικο συνδυασμό των τριών 13. 13 Ιανουαρίου, 13 νεκροί, μετά από συνεχόμενη βροχόπτωση 13 ημερών. Η Γιούλη καταφτάνει, την συναντάμε, συστηνόμαστε, και αρχίζουν οι συμπτώσεις, οι κοινοί γνωστοί, φίλοι και η συνειδητοποίηση του πόσο μικρός είναι αυτός ο κόσμος. Θα φτάσουμε περπατώντας μέχρι τη λίμνη από την άσφαλτο που ενώνει το Παλαιό με το Νέο Μικρό Χωριό, μιλώντας για διάφορα θέματα, αλλά κυρίως για την ανάγκη ύπαρξής μας εκεί έξω, στη φύση, στο βουνό.

Επόμ

ενη στάση το Παλαιό Μικρό Χωριό, όπου θα απολαύσουμε τα τσιπουράκια μας, θα μιλήσουμε, θα μιλήσουμε, η ώρα περνάει ευχάριστα, η Γιούλη θέλοντας να μας καλωσορίσει, θα κεράσει όλη την παρέα και σιγά –σιγά θα επιστρέψουν οι περισσότεροι για φαγητό στο Νεο Μικρό Χωριό.Εμείς θα συνεχίσουμε τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς μας, θα κάνουμε και μια μικρή βόλτα στο Μεγαλο Χωριό και θα καταλήξουμε στο φιλόξενο δημοτικό σχολείο του χωριού.

Το ραντεβού των συμμετεχόντων ανανεώθηκε στις 07:00 του πρωινού της επομένης στο Μεγάλο Χωριό. Από κει, με σχετικά κλειστό καιρό, πήραμε το ανηφορικό μονοπάτι που αφού διασταυρωθεί με τον χωματόδρομο, τουλάχιστον 7 φορές, βγαίνει στο εκκλησάκι της Παναγίας (1.360μ), δίπλα σε μνημείο για τη μάχη της Καλλιακούδας το 1823, όπου και θα κάνουμε μικρή στάση.

Εδώ ο δρόμος χωρίζει και το πάνω κομμάτι οδηγεί στα Δολιανά (Στουρνάρα) ενώ το κάτω, στα Ψιανά και την Ανιάδα. Παίρνοντας τον πάνω δρόμο, θα περάσουμε από τις εγκαταστάσεις της Trekking Hellas και το καταφύγιο της Καλλιακούδας, και έχοντας βγει στο αλπικό κομμάτι του βουνού, θα κόψουμε ακόμη πολλές φορές τον άχαρο χωματόδρομο για να βγούμε στο διάσελο (1.750μ) σε περίπου 3 ώρες. Μικρή στάση για κάποιες ανάσες, ο καιρός θα μας χαρίσει ένα μεγαλοπρεπές άνοιγμα και θα βγάλουμε κάποιες φωτογραφίες με φόντο τη Χελιδώνα και το φαράγγι του Κρικκελοπόταμου με το Πάντα Βρέχει στο βάθος.

Από το διάσελο αρχίζει η πραγματική ανηφόρα. Μεγάλη κλίση (μέχρι και 35 μοίρες), το έδαφος αρκετά γλυστερό από την βροχόπτωση των προηγούμενων ημερών, η χαμηλή νέφωση ανεβαίνει και καλύπτει τα πάντα. Προσεκτικά βήματα, μας βγάζουν στην κορυφογραμμή, και μετά από λίγα λεπτά στα 2101μ. Δεν θα μας κάνει τη χάρη ο καιρός και θα αποζημιωθούμε μόνο από την αναμνηστική φωτογραφία της κορυφής, καθώς και από την απόλαυση των εδεσμάτων που μετέφερε ο καθένας μας. Μέσα από την ομίχλη, πάνω στην κορυφογραμμή ξεπροβάλλει μια φιγούρα. Είναι ο Στέφανος ο Σταμέλλος ο καλός φίλος από την Λαμία. Ηρθε για μια ανάβαση express (όπως το συνηθίζει άλλωστε) από Ανιάδα και επιστροφή πίσω. Τα είπαμε λίγο και τον χάσαμε καθώς ροβόλησε για το διάσελο.

Με τη σειρά μας ξεκινάμε για την επιστροφή, με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, η βροχή θα μας συνοδεύει και το πεδίο γίνεται πολύ επικύνδυνο. Θα βγούμε στο διάσελο χωρίς απώλειες και με γρηγορότερο βηματισμό, στο καταφύγιο. Θα πάρουμε αυτή τη φορά τον δρόμο για την Ανιάδα και μέσα από πανέμορφο δάσος, με την ξεχωριστή νότα των φυλλοβόλων, θα φτάσουμε στο χωριό, αφού περάσουμε από ένα ρέμα και θα μελαγχολήσουμε με το σκουπιδαριό της παρακείμενης στάνης.

Γρήγορο φαγητό για τους ορειβάτες και η έκπληξη της ημέρας θα είναι ο μικρός Πάρις από την Καρδίτσα, ο οποίος θα μας καταπλήξει με τις γεωγραφικές του γνώσεις (αφού ήξερε επακριβώς τα υψόμετρα όλων των κορυφών των γύρω βουνών, αλλά το πιο σημαντικό την ακριβή τους γεωγραφική θέση).

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Στράτο, αρχηγό της ορειβατικής ομάδας και στη Γιούλη για το ζεστό και εγκάρδιο καλωσόρισμα, τα καλά της λόγια και την πολύ καλή παρέα της.

Άτυχοι του ΣΚ ο Κωστής και η Λένα, που για οικογενειακούς λόγους δε μας συνόδευσαν την Κυριακή, στην ανάβασή μας. Το χειμώνα παιδιά...

Έχουμε να κάνουμε πολλά πράγματα ακόμη στην περιοχή...

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Ένα χαλαρό ΣΚ στο Βελούχι

Το γεγονός ότι δεν ήμουν εκ των διοργανωτών αυτής της εξόρμησης συν το γεγονός ότι έπηζα τρελά στο γραφείο όλη την εβδομάδα, μου έδωσαν την ευκαιρία να απέχω από τις σχετικές υποχρεώσεις ενημέρωσης των συμμετεχόντων. Παρασκευή βράδυ μάζευα τα πράγματα μου και θα συνταξίδευα με τον αδερφό μου, που σημειωτέον δεν τον είχα δει καθόλου μες στη βδομάδα (ευτυχώς που υπάρχουν και οι εκδηλώσεις των Αλλού Γιαλλού).

Το ραντεβού δόθηκε για την Μάνδρα, θα πηγαίναμε από την παλιά Εθνική μέσω Κάζας, λόγω των αυξημένων νέων διοδίων, των έργων και των σχετικών καθυστερήσεων, και θα συναντούσαμε τον Κώστα με τον αδερφό του στο Καρπενήσι (οικογενειακή υπόθεση το ΣΚ).
Την ομάδα την αποτελούσαν η Γεωργία με τον Γιώργο και τον Αποστόλη, η Στέλλα, ο Μιχάλης, ο Γιώργος ο Ζπανός και η Σοφία. Στάση στα Παλιοκούνδουρα για τυρόπιτα και καφεδάκι λίγο πριν τη Θήβα. Οι δρόμοι σχετικά άδειοι, αλλά η συγκομιδή του βαμβακιού θα έχει σαν επακόλουθο, την ύπαρξη των τεράστιων πράσινων τρακτέρ, που καταλαμβάνουν περισσότερο από μια λωρίδα, καθυστερώντας ελαφρά την άνοδο μας στο Καρπενήσι. Τελικό μάζεμα στον Μπράλο, για να μη χαθούμε. Σε 3-4 χιλιόμετρα κάποιοι προσπάθησαν να μιμηθούν το τίτλο της παρέας και έφυγαν προσωρινά Αλλού Γιαλλού.

Τελικώς φτάσαμε στο καταφύγιο του χιονοδρομικού πάνω από το Καρπενήσι λίγο μετά τις 14:30. Ο Κώστας και ο αδερφός του αφού είδαν και αποείδαν περιμένοντας μας, ξεκίνησαν μόνοι τους την ομολογουμένως εύκολη και σύντομη ανάβαση στο Βελούχι (Σειντάνι). Το πρόγραμμα έλεγε διάσχιση μέχρι το Κουμπί και κάθοδος στο δρόμο από τους Αγ.Αποστόλους. Δεν υπήρχε πολύ όρεξη, οπότε αρκεστήκαμε, αφού βρεθήκαμε όλοι μαζί λίγο πριν τη κορυφή, να αναγνωρίζουμε τις ατελείωτες οροσειρές σε όλο το φάσμα του ορίζοντα. Επιστροφή στο καταφύγιο, όπου μας περίμενε ο φιλικότατος Αλέκος (που μόλις 15 μέρες πριν μας φιλοξένησε στο καταφύγιο της Γρ.Οξυάς), βολευτήκαμε στο μικρό, αλλά ζεστό χώρο με το τζάκι και αρχίσαμε τις συζητήσεις, τις πλάκες, (είχαμε και καιρό να βρεθούμε με τους περισσότερους).

Γελάσαμε με τη ψυχή μας, μάθαμε για τα προβλήματα του φοίνικα στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη για το σκουλήκι που τρώει την καρδιά του, για το μαύρο σκαθάρι με τι κόκκινες βούλες που τριγυρνάει στα φύλλα του. (Καλά τα λέω Κώστα;;;)
Λίγο πριν το φαγητό, πετάγομαι μέχρι την δυτική προκορφή του Ανέμου για να προλάβω τα τελαυταία πορφυρά χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Μαγεία με θέα την Λίμνη των Κρεμαστών και τα όρη του Βάλτου. Επιστροφή για το φαγητό. Απόλυτη σιγή και μόνο τα ποτήρια που τσουγκρίζουν σπάνε τη σιωπή του δείπνου. Τα αστεία συνεχίζονται, και έρχονται και οι τελευταίοι μας καλεσμένοι. Ο Μάκης και η φίλη του η Νατάσσα. Η βραδιά είναι πολύ ευχάριστη, Θα κοιμηθούμε σχετικά γρήγορα, χωρίς να υπάρχει σχέδιο για την επομένη ημέρα (περίεργο, ε;;).

Ξύπνημα στις 08:00, πρωινό με χαρακτηριστική άνεση και σιγά σιγά ετοιμαζόμαστε για να φύγουμε μαις και δεν υπάρχει όρεξη για κάτι κοντινό. Η σημερινή επιλογή διαδρομής περιελάμβανε το μονοπάτι που συνδέει το Καρπενήσι με το χωριό Καλλιθέα. Αφού θα μπερδευτούμε λίγο με τα αυτοκίνητα για να βρούμε την εκκίνηση της διαδρομής, θα ξεκινήσουμε από γεφυράκι δίπλα στον Καρπενησιώτη με ελαφριά ανηφορική πορεία, μέσα σε δάσος μέχρι να βγούμε σε χωματόδρομο. Στη συνέχεια και παρότι έχουμε αναλυτική περιγραφή της διαδρομής, θα φύγουμε όχι περισσότερο από 10 μέτρα δεξιότερα του μονοπατιού και θα πάρουμε ράχη που θα μας βγάλει σε ξέφωτο ψηλότερα του χωριού Καλλιθέα. Με σιγουριά 100 καρδιναλίων ο Αποστόλης και εγώ θα παροτρύνουμε και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας να μας ακολουθήσουν και για καλή μας τύχη θα «πέσουμε» σε βοσκό που θα μας δείξει το «χαμένο» μονοπάτι 10 μέτρα πιο κάτω.
Συνολικά από τα αυτοκίνητα θα κάνουμε 1 ώρα, χαζεύοντας συνέχεια πίσω μας το επιβλητικό Βελούχι και θα ικανοποιηθούμε βλέποντας στο τέλος του μονοπατιού και στη είσοδο του χωριού, συμπαθητικό καφέ με πολύ καλή μουσική. Η μέρα φωτεινή και σχετικά ζεστή, οπότε τι καλύτερο για την επιστροφή μας μέσα από το πυκνό δάσος και τα φύλλα που κατακλύζουν το μονοπάτι με τα περίφημα φθινοπωρινά χρώματα τους.

Ο Μάκης και η Νατάσσα που δεν ακολούθησαν σε αυτό το μονοπάτι θα ανέβουν και αυτοί με τη σειρά τους στην κορυφή του Βελουχίου και μας συναντήσουν αργότερα στο Χάνι Πλατανιά που θα γραφτεί και ο επίλογος του ΣΚ. Πόλεμος στο τραπέζι με τα άπειρα πιάτα, που διαχειριστήκαμε νομίζω περίφημα.

Τελικά η Ρούμελη προσφέρει ατελέιωτες συγκινήσεις ακόμα και σε ένα απλό έως τουριστικό διήμερο.

Ένα μεγάλο μπράβο στον Μάκη που μόλις 3 μήνες μετά το ατύχημα του, έκανε με σχετική ευκολία την πρώτη του κορυφή, άνω των 2000μ.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Διάσχιση Δυτικών Βαρδουσίων (2ο μέρος)

Μετά τα βραδυνά τσιπουράκια, η ομάδα πείναγε ελαφρώς και αποσυρόμενη στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της (ένα εγκατελειμένο κτίριο στην πλατεία της Αρτοτίνας), θα προβεί σε ελαφρύ δείπνο, μετά ρυζιού μπασμάτι, κονσέρβας τόνου και crackers.

Ξύπνημα μετά από ικανοποιητικότατο ύπνο γύρω στις 07:00, ετοιμασία σακιδίων και καφεδάκι στην πλατεία του χωριού. Η ομάδα είναι χαλαρή και χωρίς να το πολυκαταλάβουμε θα περάσουν σχεδόν 2 ώρες, μέχρι να αποφασίσουμε την αναχώρηση μας από το χωριό, γύρω στις 09:30. Πορεία σε χωματόδρομο, αυτή τη φορά με νότια κατεύθυνση και στη συνέχεια βόρεια, περνώντας ρέμα χωρίς γεφυράκι, και συνεχίζοντας για τα επόμενα 8 χιλιόμετρα σε δασικό δρόμο, περνώντας από αρκετές διασταυρώσεις.

Φτάνουμε στο γραφικό εκκλησάκι του Πρ. Ηλία έχοντας μπροστά μας τον όγκο της Κωστάριτσας. Μελετώντας τον χάρτη, αποφασίζπυμε να ακολουθήσουμε τη ράχη για να αποφύγουμε δυο τρεις στροφές του δρόμου. Από διερχόμενο αυτοκίνητο μαθαίνουμε πως κηνυγοί έχουν στήσει καρτέρι πιο πάνω, οπότε η συνηθισμένη σιωπηλή πορεία, μετατρέπεται σε δυνατή ανταλλαγή επιφωνημάτων (για το φόβο των Ιουδαίων). Με τα πολλά εμφανίζεται μπροστά μας το Κάτω Ψηλό και η Πυραμίδα. Αρκετοί κηνυγοί επιστρέφουν από τα λειβάδια. Μικρή στάση για κολατσιό. Λίγη ανηφόρα ακόμη και θα εμφανιστούν μπροστά μας και οι Σούφλες. Όνομα και πράμα.

Σχεδόν 3 ½ ώρες από το χωριό είμαστε στα Αρτοτινά Λειβάδια. Ονειρεμένο μέρος. Βόρειοδυτικά, φαίνεται η κορυφογραμμή της Οξυάς, δυτικότερα εμανίζονται το Βελούχι και η Καλλιακούδα. Βλέπουμε ξεκάθαρα τον στόχο μας. Την Μουσουνιτσιώτικη Διασέλα. Θα πάρουμε τον δρόμο που οδηγεί στα ριζά της Αλογόραχης, μέχρι το τέλος του, σε ρέμα που σχηματίζονται εντυπωσιακοί καταρράκτες με φόντο την βόρεια Σούφλα. Από μακριά το μονοπάτι για τη Διασέλα φαινόταν απόκρημνο, φτάνοντας δίπλα του θα διαπιστώσουμε δεκάδες γιδόστρατα που ανεβάζουν ψηλά. 45 λεπτά για να καλύψουμε τα τελευταία 300 μέτρα. Στο μυαλό μου εδώ και αρκετή ώρα τριγυρνά μόνο μια σκέψη. Θα καταφέρουμε να περάσουμε απαπαρατήρητοι από τα τσοπανόσκυλα της Αλογόραχης; Ήδη από χθες μας είχαν δείξει τις διαθέσεις τους.

Πιάνουμε την αριστερή μεριά, σχεδόν δίπλα στην αρχή της Πλάκας και η ηχώ ενός γαβγίσματος μου γίνεται κόμπος στο λαιμό μου. Δε καταφέραμε καν να βγούμε στη Διασέλα και μας είχαν καταλάβει. Στα 30 μέτρα στέκονται αρχικά τρια και στη συνέχεια άλλα τόσα τσοπανόσκυλα. Χωρίς πανικό τραβιόμαστε ακόμα πιο αριστερά και σε λίγο αντιλαμβανόμαστε γιατί τα σκυλιά μας κατάλαβαν τόσο γρήγορα. Τα πρόβατα βόσκουν πολύ κοντά μας και ξεκουράζονται στη τεράστια σκιά της Αλογόραχης. Το γάβγισμα είναι έντονο, αλλά τους δείχνουμε πως ακολουθούμε διαφορετική κατεύθυνση και δεν απειλούμε το κοπάδι. Για τουλάχιστον 30 λεπτά θα μας γαβγίζουν αλλά δε θα επιτεθούν, Ειδικά το ένα από αυτά, δε μας μας χάσει από τα μάτια του, ακόμα και όταν πλησιάζαμε στη Σκασμένη Στρούγκα. Κατεβαίνουμε από ράχη που ουσιαστικά χωρίζει τα 2 λιβάδια. Τώρα πια θα γίνουμε αντιληπτοί από τα τσοπανόσκυλα της Σκασμένης. Ευτυχώς το κοπάδι είναι ψηλά, κοντά στο διάσελο Γιδοβουνίου – Πυραμίδας και τα σκυλιά, όχι και τα πιο απειλητικά στα Βαρδούσια.

Είμαστε κάτω σε περίπου 45 λεπτά. Πετυχαίνουμε πάλι τον Λια, ο οποίος μας έχει άσχημα νέα. Από τη χθεσινή βροχή έχει φαγωθεί το ποτάμι και δε περνάει ούτε αγροτικό.
Με την παρότρυνση του, παίρνουμε ένα γκασμά και ένα φτυάρι και φτάνουμε στο πέρασμα του ποταμού. Ο Λιας θα εξομαλύνει το φάγωμα που δημιούργησε το ορμητικό ποτάμι. Στη συνέχεια θα πρέπει να ρίξουμε πέτρες μέσα στο ποτάμι και να δημιουργήσουμε σταθερό πάτημα για τις ρόδες του αυτοκινήτου. Με συνοπτικές διαδικασίες, θα όλοκληρώσουμε το εγχείρημα μας και το θηρίο θα περάσει αλώβητο. Τρέμετε Cayenne, Q7, και λοιπά σαλονάτα SUV.

Τελευταία στάση για μια φωτογραφία στο Σταυρό, καφεδάκι στον Μαστροκωστόπουλο και φαγητό στη γιαγιά, αφού πρώτα ασκήσω τα εκλογικά μου δικαιώματα και στη συνέχεια «παραστήσω» τον μηχανικό ψάχνοντας τη βλάβη στο αυτοκίνητο της ξαδέρφης μου. Ευτυχώς ο Μαστροκωστόπουλος έδωσε πάλι τη λύση.

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο τον Πελεκάνο και τον γιο του Λια για τη φιλοξενία στη καλύβα, τον Λια προσωπικά για την «εκτροπή» του Ευήνου και τους συντρόφους Αποστόλη και Κωστή για την παρέα.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Διάσχιση Δυτικών Βαρδουσίων (Ε4)


Με αφορμή την άσκηση των εκλογικών μου δικαιωμάτων, ανεβήκαμε την Παρασκευή το βράδυ για μια μικρή περιπλάνηση στα Δυτικά Βαρδούσια με τον σύντροφο Αποστόλη στον ΑΘ.Διάκο, αναμένοντας την επομένη το πρωί, τον καλό μας φίλο Κωστή απο τον Αγ. Κωνσταντίνο.
Μιας και η γιαγιά είναι ακόμα στο χωριό, προτιμήσαμε τη θαλπωρή του σπιτιού και του ύπνου σε κρεβάτι. Ξυπνητήρι στις 07:30 αλλά καμία διάθεση για να σηκωθούμε. Έξω χάλαγε ο κόσμος απο τη βροχή, οπότε χουχουλιάζαμε στα κρεβάτια μας. Το τηλεφώνημα του Κωστή που μας περίμενε ήδη στον Μαστροκωστόπουλο, διακόπτει την πρωινή και προσωρινή χαλαρότητα και σε 20 λεπτά είμαστε στην πλατεία, πίνοντας καφεδάκι και συζητώντας τα κατορθώματα των προηγούμενων ΣΚ.
Δε θα καθυστερήσουμε άλλο και θα πάρουμε τον δρόμο για τη Σκασμένη Στρούγκα. Η διαδρομή είναι γνωστή, το Ε4 που ανεβαίνει στον Πρ. Ηλία, συνεχίζει επι το πλείστον στο δρόμο μέχρι το Σταυρό και μετά κατηφορίζει για Σκασμένη Στρούγκα αφού περάσει το παλιό Τυροκομείο και το Καρυώτικο ρέμα (έναν από τους τροφοδότες του Εύηνου ή Φιδάρη).
Όλα αυτά σε κανονικές συνθήκες και με την απουσία των βοσκών άρα και των τσοπανόσκυλων.

Εμείς επιλέξαμε να πάμε με το αυτοκίνητο – θηρίο – δε κολώνω πουθενά του συντρόφου Αποστόλη. Όλα καλά μέχρι το παλιό τυροκομείο, φτάνοντας στο ποτάμι μας παίρνουν πρέφα τα τσοπανόσκυλα του Νίκου του Σταθιά, και μας «συνοδεύουν» λίγο πριν την Σκασμένη, προσπαθώντας ταυτόχρονα, να μας απαλλάξουν από οποιοδήποτε πλαστικό κάλυμμα του αυτοκινήτου που δαγκώνουν λυσσασμένα. Με το που μπαίνουμε στα όρια του λιβαδιού της Σκασμένης Στρούγκας τα τσοπανόσκυλα σταματάνε και μας «παραδίδουν» σε αυτά του επόμενου λιβαδιού. Για καλή μας τύχη, ο τσοπάνος είναι στο μαντρί και τα τσοπανόσκυλα, είναι σαφώς πιο ήμερα από τα προηγόύμενα. Μας κερνάει τσιπουράκι, τα λέμε λίγο για τις δυσκολίες της δουλειάς, η βροχή συνεχίζεται, ανταριασμένο τοπίο τριγύρω, έρχεται και ο Λιάς, ο συνεχιστής της παράδοσης της οικογένειας, τους χαιρετούμε και αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε την πορεία μας για την Αρτοτίνα.

Παίρνουμε τον δρόμο με το σήμα Ε4, ακριβώς κάτω από το καλύβι της Σκασμένης για 20 λεπτά και ουσιαστικά κυκλώνουμε το Γιδοβούνι αριστερόστροφα. 20 μέτρα μετά από το σημείο που τεράστια πέτρα έχει πέσει στο δρόμο, ξεκινά το μονοπάτι που τραβερσάρει ανηφορικά τις πλαγιές κάτω από τα επιβλητικά Γιδοβούνι, Πυραμίδα, Πάνω και Κάτω Ψηλό. Η βροχή γίνεται πιο δυνατή, και στον ενθουσιασμό μας να πιάσουμε το μονοπάτι θα ανέβουμε 20 μέτρα ψηλότερα. ΤΟ GPS του Κωστή θα μας επαναφέρει στην τάξη και στον ίσιο δρόμο και χωρίς άλλες δυσκολίες, αλλά με καταρρακτώδη βροχή και ομίχλη θα συνεχίσουμε την πορεία μας. Συνολικά, θα βρούμε τρια ρέματα – χειμάρρους που δημιουργήθηκαν από την έντονη βροχόπτωση και θα τα περάσουμε οριακά.

Βγαίνουμε σε ξέφωτο (Κουκοσόλακα) και χωρίς στάσεις θα συνεχίσουμε μέχρι την περίφημη Κουφόλακα. Το νερό που κατεβαίνει είναι εντυπωσιακό. Ο καιρός παραμένει κλειστός. Εδώ, ανάμεσα στο Κάτω και Πάνω Ψηλό βρίσκεται ο Ανεμιστός, ο καταρράκτης που «ανεμίζει» ή γκρεμίζει τα νερά του με κατάληξη το Καρυώτικο ρέμα. Η όραση μας λόγω της πυκνής ομίχλης δε μας βοηθάει, αλλά η ακοή είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Χάσκει ακριβώς από πάνω μας. Δεν τον βλέπουμε αλλά τον ακούμε. Συνεχίζουμε χωρίς να χάνουμε ιδαίτερα ύψος και αφού περάσουμε από μικρή σάρα (θέλει λίγο προσοχή) θα φτάσουμε στη θέση Πάνω Σταυρός με χαρακτηριστική ταμπέλα και εικονοστάσι λίγο χαμηλότερα (Σταυρός). Η πορεία μας τώρα είναι κατηφορική και αφού διασχίζουμε αρκετές πλαγιές, έχουμε πρώτη οπτική επαφή με την Αρτοτίνα.

Ο καιρός δείχνει να καλυτερεύει (βέβαια έχουμε γίνει μούσκεμα) περνάμε κάτω και αριστερά από την κορυφή Μπάλα και βγαίνουμε σε χωματόδρομο πάνω από την Αρτοτίνα. Θα κατηφορίσουμε πότε από το δρόμο και πότε από μονοπάτι για να φτάσουμε στο χαμηλότερο σημείο της διαδρομής μας, το φουσκωμένο ρέμα της Αρτοτίνας (Καλογερικό) και να περάσουμε απένταντι από 2 παλιά ξύλινα γεφυράκια. Χανουμε για λίγο την σήμανση του Ε4, αλλά η Αρτοτίνα είναι μια ανάσα. Κάνουμε μια 200μετρη κόντρα και είμαστε στα πρώτα σπίτια του χωριού. Κατευθυνόμαστε στην πλατεία, όπου και η μοναδική ταβέρνα. Αλλάζουμε, προσπαθούμε να στεγνώσουμε τα βρεγμένα, θα φάμε μια ωραία ζεστή φασολάδα, συνοδεία κρασιού, θα μιλήσουμε με τους ντόπιους για την ανάγκη άνάπτυξης του χωριού, για τη διαμάχη περί της γενέτειρας του Αθ.Διάκου. Θα κάνουμε μια μικρή βόλτα τριγύρω, ο καιρός πλέον είναι καθαρός, απέναντι μας χαζεύουμε τα Αρτοτινά λειβάδια με τις Σούφλες, τη Κωστάριτσα, την Αλογόραχη, την μύτη της Πυραμίδας . Θα πρέπει να μνημονεύσω την φιλοξενία των ιδιοκτητών της ταβέρνας του χωριού, που μας παραχώρησαν ευγενικά ένα χώρο για την διανυκτεύρευσή μας και θα τολμήσω να πω, ότι η θέα από την Αρτοτίνα, είναι ελαφρώς εντυπωσιακότερη από την αντίστοιχη της Μουσουνίτσας.




Φωτογραφικό υλικό στο ακόλουθο link:
https://photos.google.com/album/AF1QipPR1XxTZrk7-NTdjD2Yd57myseHJLhO6o067hFl

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Οξυά - Κοκκάλια

Το πρόγραμμα για το ΣΚ έλεγε Διάσχιση Οξυάς – κορυφογραμμής Κοκκαλίων με τον ΕΠΟΣ Φυλής με τελικό προορισμό το μνημείο της Μάχης των Κοκκαλίων.

Σάββατο πρωί, κατευθύνομαι προς το μετρό της Αττικής. Δύσκολη βδομάδα και βαριεστημένο φτιάξιμο του σακιδίου μου το προηγούμενο βράδυ (ευτυχώς δε θα μου κοστίσει). Πήραμε την Εθνική για Λαμία – Μακρακώμη και μετά από μια κουραστική, στενή και όλο στροφές άσφαλτο φτάσαμε στο Γαρδίκι Ομιλαίων γύρω στις 12:30.

Η ομάδα σπάει στα δυο. Οι περισσότεροι θα επιλέξουν να ανέβουν στο καταφύγιο της Γραμμένης Οξυάς από χωματόδρομο που διασχίζει ένα υπέροχο δάσος οξιάς, ένα από τα τελευταία και νοτιότερα της Ευρώπης. Η μειοψηφία (9 τον αριθμό) μαζί με τον αρχηγό, θα πάρουμε NA κατεύθυνση και από το χωριό θα κατευθυνθούμε προς την κορυφογραμμή της Οξυάς - Κοκκαλίων βορειότερα της κορυφής Σαράνταινα.

Το μονοπάτι είναι σηματοδοτημένο και περνάει από το ξωκκλήσι της Αγ.Παρασκευής σε δασωμένη πλαγιά προτού βγούμε στο γυμνό. Εντυπωσιάζομαι αλλά ανησυχώ ταυτόχρονα από το πλάτος του χωματόδρομου που συναντάμε και οδηγεί στην Άμπλιανη. Εκ των υστέρων θα μάθω πως υπάρχουν σχέδια για κατασκευή Αιολικού Πάρκου στην κορυφογραμμή της Οξυάς.

Ο καιρός κλειστός και δε θα αργήσουν οι πρώτες ψιχάλες. Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε και έχοντας βγει από το δάσος, διαπιστώνω πως είμαι μούσκεμα, παρόλο που κουβάλαγα στο σακίδιο μου αδιάβροχο παντελόνι και μπέρτα. Η ομίχλη κάνει αισθητή την παρουσία της και θα μας ακολολουθήσει μέχρι το τέλος της πορείας μας στο καταφύγιο, 4 ½ ώρες μετά την αναχώρησή μας απο το Γαρδίκι. Περιττό να πω πως δεν βλέπαμε πάνω από 2-3 μέτρα μπροστά μας. Στην μοναδική φορά που βρέθηκα τελευταίος, μια σαλαμάνδρα απέσπασε την προσοχή μου, με αποτέλεσμα να βρεθώ μόνος μου χωρίς να βλέπω τους συνοδοιπόρους μου. Πολύ άσχημο συναίσθημα...

Η ανακούφιση θα έρθει με την είσοδο μας στο καταφύγιο, με τη σόμπα και το τζάκι να καίνε και τον συμφερτό των βρεγμένων ρούχων να συνωστίζονται γύρω από τις εστίες ζέστης.

Θα ακολουθήσει δείπνο και γλέντι μέχρι τις 22:00 και σιγά – σιγά θα αποσυρθούμε στις τριόροφες κουκέτες μας. Το δωμάτιο είναι πολύ ζεστό και θα χρειαστεί λίγη ώρα για να το συνηθίσω.

Εγερτήριο στις 06:00, πίσσα σκοτάδι και μια από τα ίδια. Πυκνή ομίχλη παντού. Αφήνουμε τα μη απαραίτητα για το αγροτικό και ξεκινάμε τη διάσχιση για τα Κοκκάλια.

Πάλι θα χωριστούμε σε δυο ομάδες αφού 16 συνοδοιπόροι μας θα προτιμήσουν την ευκολία του χωματόδρομου για Γαρδίκι. Για τους υπόλοιπους 24, ανηφορική πορεία τραβερσάροντας τις γυμνές πλαγιές της Οξυάς, μια από αριστερά και μια από δεξιά, ο δυνατός βορειοανατολικός άνεμος θα μας ταλαιπωρήσει όντας εκτεθειμένοι στην κορυφογραμμή, μετά από 1 ½ ώρα είμαστε στη Σαράνταινα (1923μ), ψηλότερη κορυφή του Συγκροτήματος της Οξυάς. Τώρα αρχίζει η κατηφόρα, και αφού κόψουμε αρκετές φορές τον χωματόδρομο που οδηγεί στην Άμπλιανη, είμαστε πλέον στην κορυφογραμμή των Κοκκαλίων. Το αλάνθαστο GPS του αρχηγού (ευχαριστούμε Στέλιο) θα μας οδηγεί με ασφάλεια για το σύνολο της πορείας μας.
Θα περπατήσουμε για περίπου 1 ώρα σε χωματόδρομο και στη συνέχεια θα περάσουμε κάτω από τις ομαλότατες κορφές του Αλογοβουνίου (όπου θα κάνουμε και την μοναδική μεγάλη στάση) , του Καραβιού, της ανώνυμης 1716, του Καστριού, για να καταλήξουμε στην κορυφή 1643. Μιας και ο καιρός δεν ανοίγει, η προσοχή μας αποσπάται μόνο από τα τεράστια μανιτάρια, που άλλοτε μοναχικά, είτε σε μικρές παροικίες σπάνε την μονοτονία της ομίχλης. Από ένα σημείο και μετά αρχίζει η βροχή. Στο κατέβασμα από την τελευταία κορυφή, θα έχουμε και μια απρόσμενη συνάντηση με «ανήσυχους» τζιπάδες που ακολουθούν το μονοπάτι – τρακτερόδρομο για την κορυφή. Φαντάζομαι πως ανυπομονούν να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους και να διασκεδάσουν το νέο κατόρθωμα τους, με τα ενεργοβόρα θηρία τους. Φυσιολάτρες σου λέει μετά...

Πλέον η βροχή έχει σταματήσει και είμαστε σε χωματόδρομο που θα μας οδηγήσει στο μνημείο των Κοκκαλίων (προς τιμή της μάχης μεταξύ των Αιτωλών και των Γαλατών το 279 π.Χ.) και στη συνέχεια στο λεωφορείο που μας περιμένει υπομονετικά. Στάση στο χάνι Πλατανιά για φαγητό (μετά τον Τυμφρηστό) και επιστροφή στην Αθήνα.

Το σκηνικό του καιρού και της περιοχής που βρεθήκαμε το ΣΚ με βύθισε σε διάφορες σκέψεις.
Μου ήρθαν εικόνες και αναμνήσεις από την σχολή Ορειβασίας που παρακολούθησα το 2005-06, με τις παρατηρήσεις και παραινέσεις του Δασκάλου μας (Βαγγέλης Βρούτσης) για την αναγκαιότητα του σωστού και επαρκούς εξοπλισμόύ, την αναγκη αδιαβροχοποίησης αυτού.

Επόμενη εικόνα το μάθημα νυκτερινού προσανατολισμού, εκεί, ανάμεσα στις οξιές, να προσπαθούμε να πάρουμε αζιμούθια, κρυώνοντας για να βρούμε το τελικό σημείο κατασκήνωσης.
Τα πόδια μου, να πλέουν μέσα στις μπότες μου από το νερό.
Τον μουσκεμένο μου υπνόσακο, και τη βέστα που μου έδωσε ο Δάσκαλος για να βγάλω τη νύχτα.
Το μικρό εκκλησάκι που μας φιλοξένησε εκείνο το βράδυ
Εμάς τους μαθητές γύρω από τη φωτιά να ακούμε τον Βαγγέλη, προσπαθώντας ταυτόχρονα να στεγνώσουμε τα ρούχα μας.

Α, ρε Δάσκαλε...

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Ερύμανθος (Καλλιφώνι)


Μας έτρωγε καιρό η επιθυμία για μια ανάβαση στον Ερύμανθο. Τελικά αυτό που χρειάστηκε ήταν ένα μήνυμα του Φίλου και προέδρου του Ορειβατικού Άργους Κώστα για ανάβαση στο Καλλιφώνι. Για το συγκεκριμένο ΣΚ θέλαμε κάτι χαλαρό, κάτι πιο κοντινό αλλά το Καλλιφώνι ήχησε σαγηνευτικά στα αυτιά μας.

Αφού κανονίσαμε τα στοιχειώση (σκηνή, αυτοκίνητο, γκαζάκια, φαγητά, κτλ), αναχωρήσαμε Σάββατο μεσημέρι από τη βροχερή Αθήνα με προορισμό την Άνω Βλασία Αχαΐας. Κυριολεκτικά στο δρόμο θα αποκτήσουμε μια νέα συμμετοχή, αφού ο Μάκης που έπαιρνε τα μπάνια του στο Λουτράκι αποφάσισε να έρθει μαζί μας. Αφού κάναμε έναν αχρείαστο κύκλο γύρω από τη Ι.Μ Λαύρας, και μια λάθος πορεία προς Κέρτεζη μετά τα Καλάβρυτα, καταλήξαμε στο Μετόχι Βλασίας όπου και ξεκινάει η ανάβαση για το Καλλιφώνι. Περιμένοντας τον Πρόεδρο, κάναμε μια διευρεύνηση του μονοπατιού και διαπιστώσαμε ότι είναι πολύ καλά σηματοδοτημένο. Επιτέλους συνάντηση με τον Πρόεδρο, με παρέα την Σταυρούλα (την είχαμε συναντήσει στην Καρυά Αργολίδος, όταν ανεβήκαμε το Αρτεμήσιο), αποφασίζουμε να ανηφορίσουμε για Ανω Βλασία και να ερευνήσουμε και το μέρος της διανυκτέρευσής μας.

Οι ΑΛΛΟΥ ΓΙΑΛΛΟΥ λόγω της βολικότητας στον ύπνο, προτιμήσαμε να ξαποστάσουμε πρώτα στην ταβέρνα του χωριού και να δοκιμάσουμε το τοπικό τσίπουρο μαζί με τον Μάκη αναμένοντας τα παιδιά που θα έστηναν τριγύρω. Δείπνο στην εν λόγω ταβέρνα, (δε τρελαθήκαμε από το φαγητό και ήταν λίγο τσιμπημένες οι τιμές), κουβεντούλα και ώρα για ύπνο. Το σημείο που επέλεξαν τα παιδιά ήταν όντως πολύ καλό, μεγάλο αλώνι, σχετικά καθαρό και με τρελή θέα προς το κύριο όγκο του Ερυμάνθου (Μουγγίλα) αλλά και το νεκροταφείο του χωριού. Εγερτήριο στις 06:30, πρωινός καφές, τιμήσαμε και το μπουφέ, στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο της εταζιέρας του αυτοκινήτου του Προέδρου, και αφού πήραμε επιπρόσθετες πληροφορίες από κάτοικο της περιοχής αναχωρήσαμε για το Μετόχι Βλασίας, όπου και ξεκινήσαμε την πορεία μας, περίπου στις 08:20.

Το μονοπάτι ξεκινά 200 μέτρα από το ταβερνάκι πάνω στο δρόμο, σε υψόμετρο περίπου 800μ., μέσα σε πυκνό ελατόδασος, με ήπια κλίση, βρίσκει χωματόδρομο τον οποίο και τέμνει, συνεχίζει παράλληλα με ρεματιά, για λίγο γίνεται πιο απότομο, όπου βγαίνει για δεύτερη φορά (και τελευταία) σε τέλος χωματόδρομου. Το μονοπάτι κάνει μια μεγάλη καμπή για να βγει από το δάσος σε χαρακτηριστικό λιβάδι με ποτίστρα και στάνη στην κορυφή του λόφου. Ευθεία μπροστά, ανοίγεται μεγάλο βράχινο λούκι που οδηγεί στο διάσελο της κορυφής. Εμείς προτιμούμε στο ύψος της ποτίστρας και του μικρού μποστανιού να φύγουμε ανηφορικά δεξιά προς την καλύβα, από όπου έχει κανείς άπλετη θέα προς τον Ερύμανθο. Στη συνέχεια, και χωρίς σημάδια, τραβερσάροντας ελαφρώς κατηφορικά, συναντάμε βράχινο ζωνάρι και χαρακτηριστικό ξύλινο γεφυράκι που οδηγεί σε λούκι (τα σημάδια επανεμφανίζονται) το οποίο και ανεβάζει μέχρι το διάσελο της κορυφής. Εκεί που τελειώνει το βράχινο λούκι (περίπου στα 1830μ.) τα σημάδια φεύγουν αριστερά προς το τελευταίο κομμάτι (κώνο της κορυφής).

Η θέα είναι εντυπωσιακή, λύνονται εν πολλοίς οι απορίες μας για το πέρασμα στις 3 Γυναίκες (δε περνάει), ο άγριος όγκος του Ερυμάνθου με τις πολλές κορυφές, οι μικρές πεδιάδες στα πόδια μας, το Παναχαικό, τα βουνά της Ορεινής Ηλείας. Ανάβαση σε 3 ½ ώρες. Κατάβαση από τα ίδια, τα σύννεφα που εδώ και ώρα στέκονταν απειλητικά γύρω μας, αρχίζουν και φέρνουν τις πρώτες σταγόνες. Με το που βγαίνουμε στο τέλος του λουκιού πάνω από τις ποτίστρες, ρίχνει αρκετά και αρχίζουν και τα πρώτα μπουμπουνητά. Αποφασίζουμε να φύγουμε ευθεία κάτω στο δάσος και να μην επισκεφτούμε τη στάνη (παρόλο που είχαμε επίσημη πρόσκληση από τον τσοπάνο της περιοχής). Στην αρχή του δάσους περιμένουμε τη Σταυρούλα και τον Αποστόλη που κατεβαίνουν πιο αργά, και όλοι μαζί παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής.

Το θέαμα στην είσοδο του μονοπατιού είναι αποκαρδιωτικό. Σκουπίδια παντού. Αλλάζουμε ρούχα και κάνουμε μια μικρή στάση για φαγητό στην μοναχική ταβέρνα πάνω στο δρόμο. Γελάσαμε με τη ψυχή μας με τα ανέκδοτα των παιδιών και αφού αποχαιρετιστήκαμε, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Αποφασίσαμε να αλλάξουμε το δρομολόγιο επιστροφής και να περάσουμε από τον ορεινό όγκο του Κλωκού μέσω Αιγίου. Στενός απολαυστικός φιδώτος ασφαλτόδρομος αλλά το θέαμα των καμένων μας αποκαρδιώνει. Η έκταση των καμένων πάνω από το Αίγιο είναι απελπιστικά μεγάλη. Όπου και να κοιτάξεις, θα βρεις έναν μαυρισμένο λόφο.

Κρίμα...

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Νυχτερινή Δίρφυς - Ελικώνας

ΔΙΡΦΥΣ


Θέλοντας να συνεχίσουμε την περσινή παράδοση νυχτερινής ανάβασης στη Δίρφυ συνοδεία της Πανσελήνου του Σεπτέμβρη, εγκαταλείψαμε την «όμορφη» πόλη μας αργά το απόγευμα. Την ίδια ιδέα δυστυχώς είχαν και χιλιάδες άλλοι «συμπολίτες» μας. Δοκιμάστηκαν αρκετά τα νεύρα μας με νέα καθυστέρηση πριν τη γέφυρα της Χαλκίδας λόγω έργων για την κατασκευή του νέου δρόμου. Με αυτά και αυτά φτάσαμε περίπου 22:30 στη Στενή και σταματήσαμε για γρήγορο δείπνο, περιμένοντας και τους υπόλοιπους δυο της παρέας (οι 2 Δημήτρηδες από το γύρο του Mont Blanc). Με το αυτοκίνητο φτάσαμε σχεδόν στο Λειρί και ανηφορήσαμε περασμένες δώδεκα στην φωτισμένη από το ολόγιομο φεγγάρι ράχη, προς τις Πόρτες και στη συνέχεια για την κορυφή. Αυτή τη φορά χρησιμοποιήσαμε και τους φακούς αλλά σας διαβεβαιώ πως μπορείτε και χωρίς αυτούς. Σε 1 ώρα και 10 λεπτά ήμασταν ακριβώς στο ενδιάμεσο των δυο κορυφών, οι δυο Δημήτρηδες κατεύθύνθηκαν προς την κύρια κορυφή, ενώ εμείς προτιμήσαμε να βρούμε ένα ίσιο μέρος για ύπνο, ανάμεσα στα βράχια και τα αγκάθια. Γιόρτάσαμε την ανάβαση με ψημένη ρακή και λίγους ξηρούς καρπούς, χαζέψαμε την υπέροχη θέα τριγύρω και πέσαμε για ύπνο, Σημειωτέον, ότι μόνο ένα διακριτικό αεράκι μας συνόδευσε για τις επόμενες ώρες μέχρι το ξημέρωμα. Σπάνιο φαινόμενο για τη Δίρφυ Οι Δημήτρηδες, όντας δουλευταράδες, έπρεπε να σηκωθούν νωρίς την επομένη διότι εργάζονταν. Μαζί με αυτούς σηκωθήκαμε και εμείς γύρω στις 06:30 για να απολαύσουμε το εντυπωσιακό ξημέρωμα από την άλλη άκρη του Αιγαίου. Αρκετό κρύο και συνέχιση του ύπνου μέχρι τις 9, όπου πλέον οι υπνόσακοι μας ξεματούσαν από τις καυτές ακτίνες του ήλιου. Καφεδάκι στα 1700μ, επιστροφή από τα ίδια στο Λειρί και στη συνέχεια στη Στενή.

ΕΛΙΚΩΝΑΣ (Μεγάλη Λούτσα)


Αφού λοιπόν φύγαμε από την Εύβοια, δε μας έκανε καρδιά να γυρίσουμε Αθήνα, οπότε αναζητούσαμε νέο στόχο. Μιας και υπήρχε αρκετός χρόνος για την πρόσβαση του επόμενου στόχου, επιλέχθηκε τελικώς ο ελατοσκέπαστος Ελικώνας. Πιάσαμε τον δρόμο Θήβας – Λειβαδιάς, μικρή στάση για φαγητό στην Αλίαρτο, και στη συνέχεια από διασταύρωση για Αγ. Άννα, Αρβανίτσα με τελικό προορισμό το Κυριάκι. Εντυπωσιαστήκαμε από το πόσο μεγάλο είναι το χωριό, πόσο κόσμο κρατάει, δε βρίσκαμε καν χώρο για να παρκάρουμε. Αφού ήπιαμε το καφεδάκι μας, κάναμε μια μικρή βόλτα, αναζητήσαμε τα παιδιά του Ορειβατικού Κυριακίου και γυρίσαμε στο κεντρικό πεζόδρομο, όπου τελικά μας βρήκε ο πρώην πρόεδρος του ορειβατικού, ο Κύριος Φωκίωνας και καθήσαμε να τα πούμε συνοδεία τσίπουρου. Μάθαμε πολλά πράγματα, πολλά μονοπάτια, ιστορίες για τις πρόσφατες φωτιές και σιγά-σιγά αποσυρθήκαμε στο εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου που θα ήταν και η αφετηρία της αυριανής μας εξόρμησης. Ξύπνημα γύρω στις 07:00 και αναχώρηση 45 λεπτά αργότερα.

Παίρνουμε τον χωματόδρομο που ξεκινά στο ύψος του Αγ. Γεώργη και κινούμαστε ανηφορικά προς το χωριό (Κυριάκι). Παρ’όλες τις αναλυτικές πληροφορίες που είχαμε πάρει, θα προσπεράσουμε το σημείο που θα έπρεπε να τραβερσάρουμε ανηφορικά στο βουνό (τοποθεσία Βουζέ), με αποτέλεσμα να κάνουμε άλλα 2 χιλιόμετρα (πάντα στο χωματόδρομο) και να απομακρυνόμαστε επικύνδυνα από το χωριό. Δεν αγχωνόμαστε. Άλλωστε η λύση είναι γνωστή, δοκιμασμένη και πετυχημένη. Κάθετη πορεία μέσα στο ομολογουμένως πυκνό δάσος και πορεία προς την κορυφή Δαρμένι (1177μ).

Στη συνέχεια κατέβασμα σε χαρακτηριστικό λιβάδι όπου επιτέλους βρίσκουμε το πολύ καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι που έρχεται από την τοποθεσία Βουζέ. Ανηφορική πορεία πάνω στη ράχη, για λίγο θα το ξαναχάσουμε, αλλά η κορυφογραμμή ειναι τόσο χαρακτηριστική που δεν επιτρέπει τέτοια χασίματα (κρίμα). Βγαίνουμε σε εντυπωσιακό ξέφωτο και μπροστά μας η Μικρή Λούτσα. Συνέχεια στη δεξιά πλευρά του βουνού, βρίσκουμε τη ταμπέλα προς Κυριάκι και κορυφή, ανεβαίνουμε στην κορυφή με το κολωνάκι και το μισοτελειωμένο κτίσμα. Θαυμάζουμε τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, το Τζίβερι στα Νότια, τον κόλπο της Αντίκυρας ΝΔ, στα ανατολικά την Παλιοβούνα, πιο μέσα τα Γεράνεια, τη Ζήρεια και τον Χελμό, στα Δυτικά τον Παρνασσό, προτιμούμε να μην ανέβουμε στην κύρια κορυφή, παρόλα αυτά συνεχίζουμε την πορεία μας προς αυτή, αλλά επιχειρούμε κάθετη κατάβαση από απότομη πλαγιά (είμαστε άλλωστε λάτρεις του sara drifting ή sarring) και σε 40 λεπτά είμαστε πάλι στο εκκλησάκι του Αγ. Γιώργη. Χονδρικά 5 ώρες για αυτή την κυκλική πορεία.

Ευχαριστούμε πολύ τους φιλόξενους κατοίκους του Κυριακίου, τον κύριο Φωκίωνα και τον κύριο Κώστα για τις πολύτιμες πληροφορίες και το τσιπουράκι.
Η ευρύτερη περιοχή είναι πανέμορφη, έχει πολλές πεζοπορικές διαδρομές και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα την ξανά-ματά επισκεφτούμε.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

TOUR DU MONT BLANC (TMB)


Και ενώ ετοιμαζόμουν για ένα 15ήμερο σε Σλοβενία και Μαυροβούνιο, πρώτα οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του φίλου – Ααλήτη – αντισκηνοσυντρόφου Αποστόλη και στη συνέχεια ο τραυματισμός του Μάκη από αυτοκίνητο ενώ έκανε ποδήλατο (περαστικά φίλε Μάκη και σιδερένιος), τίναζαν τον καλοκαιρινό μου προγραμματισμό.
Εναλλακτικές προτάσεις ο Γύρος του Mont Blanc που θα έκανε η παρέα του αδερφού μου (φρέσκοι και ορεξάτοι στο χώρο της ορειβασίας) και ένα 5ήμερο στη Σλοβενία με το σύλλογο μου (ΕΠΟΣ ΦΥΛΗΣ) με ανάβαση στο Triglav.

Τελικώς, επέλεξα το γύρο του Mont Blanc μιας και είχε πέσει στα χέρια μου πολύ νωρίτερα ο αντίστοιχος οδηγός και του είχα ρίξει μια καλή ματιά. Θα έπρεπε τώρα να πείσω την ομάδα για τις πεζοπορικές μου ικανότητες και για την ένταξη μου σε αυτή. Οπότε πήγα στον Όλυμπο από τη κόψη Σκολιού, δημοσίευσα την ανάβασή στο blog και η αίτησή μου έγινε δεκτή.

Τα παιδιά είχαν «κλείσει» εισητήρια για Βενετία από καιρό (πήγαινε – έλα) και έτσι έπρεπε να κανονίσω μόνος την πορεία μου. Θα ταξιδεύαμε με το ίδιο πλοίο μέχρι Βενετία και στη συνέχεια θα έπαιρνα τρένο για Μιλάνο – Τορίνο – Αόστα. Για επιστροφή έκλεισα αεροπορικό εισητήριο από Γενεύη, αφού είχα τακτοποιήσει – μετακινήσει την άδεια μου μια εβδομάδα νωρίτερα.

Λίγα λόγια για το TMB (Tour du Mont Blanc)
Είναι ένα σχετικά βατό trekking συνολικής απόστασης 170 km που καλύπτεται άνετα σε 10 μέρες (ή και λιγότερες). Διασχίζει 3 χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία) και τουλάχιστον 7 κοιλάδες. Υπάρχουν 2 τρόποι να κυκλώσεις το βουνό (clockwise και anti-clockwise), διαφορετικά σημεία εκκίνησης του trekking (Champex, Le Houches, Les Contamines), υπάρχει πληθώρα καταλυμάτων (καταφύγια, ξενοδοχεία, gite, camping), πολλές εγκαταστάσεις για ενδιάμεσες στάσεις και γενικά κινείσαι μέσα στον πολιτισμό (όταν δεν παίρνεις τις ανηφόρες για τα διάφορα διάσελα). Έχεις φυσικά τη δυνατότητα να ακολουθείς και τα διάφορα variant που σου προτείνει ο οδηγός και η αλήθεια είναι πως κάνουν τη διαδρομή πιο ενδιαφέρουσα

Οι υψομετρικές διαφορές της κάθε μέρας είναι max. 1500 μέτρα ανάβασης, (1000 μέτρα ο μέσος όρος) και κάτι αντίστοιχο για τις καταβάσεις. Ώρες περπατήματος κάθε μέρα περίπου 8-10, ανάλογα με το ρυθμό της ομάδος και το βάρος του σακιδίου.

Εμείς επιλέξαμε να κάνουμε το clockwise (το 20% των trekkers κάνουν το συγκεκριμένο), όντας αντισυμβατικοί χαρακτήρες, με αποτέλεσμα να μην βρίσκουμε κόσμο μπροστά μας στα μονοπάτια, αλλά μόνο από την αντίθετη μεριά. Είχαμε 3 σκηνές, 2 γκαζάκια – κατσαρολάκια, τα οποία και δε χρησιμοποιήσαμε τόσο πολύ, γενικά τρώγαμε σε καταφύγια, χωριά, κτλ, και τα σακίδια μας περίπου ήταν στα 11-12 κιλά.
Πολύ χρήσιμος έως απαραίτητος ο οδηγός του Κικέρωνα για το TMB (οι ώρες που αναφέρει είναι χωρίς στάσεις και με σακίδιο ημέρας) και τα 2 φύλλα χάρτη 1:25.000 για το St Gervais και το Chamonix της IGN.


27/07Με τα πολλά βρίσκομαι στα ΚΤΕΛ του Κηφισού κατά τις 17:00. Πριν τις 20:00 είμαι στο λιμάνι της Πάτρας και περιμένω τα υπόλοιπα μέλη της ομάδος (Δημήτρης - ο αδερφός μου, δεύτερος Δημήτρης, θα αναφέρεται Νικολίτσης στο παρών κείμενο, Σάκης και ο Παναγιώτης). Απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα με τη θέα της Βαράσοβας και με την έλευση των παιδιών κάνουμε μια γρήγορη βόλτα στην Πάτρα για προμήθεια εφοδίων (νερά και σουβλάκια). Στο κατάστρωμα του πλοίου τα πιτσιρίκια που γυρνάνε από τις διακοπές τους (κυρίως Γαλλάκια) κάνουν κατάληψη στους γύρω χώρους και το κατακλύζουν. Θα βρούμε χώρο στις αεροπορικές θέσεις και θα στρώσουμε τα «ορειβατικά» μας υποστρώματα. Δείπνο μετά σουβλακίων και συνοδεία Paulaner θα περάσουμε τις επόμενες ώρες μέχρι να κοιμηθούμε.

28/07Πολύς ύπνος, βόλτες στα διάφορα επίπεδα του πλοίου, πρωινό στο ομολογουμένως εντυπωσιακό χώρο εστιατορίου στην πλώρη του πλοίου. Πολλές Paulaner, συζητήσεις και επίλυση αποριών για το πρόγραμμα του trekking και η μέρα θα περάσει σχετικά γρήγορα. Θα διασκεδάσουμε, ο Νικολίτσης και εγώ από τη τριάρα του Βάζελου και θα κοιμηθούμε χαρούμενοι

29/07Άλλο ένα πρωινό στην πλώρη του καραβιού, αυτή τη φορά όμως με τη θέα της Βενετίας μπροστά μας. Θα την απολαύσουμε όσο μπορύμε, θα κατέβουμε στο λιμάνι, θα αποχαιρετούμαστε προσωρινά, χαζεύουμε τον κλασσικό Έλληνα νταλικιέρη που χαιρετά με χαρακτηριστική φωνή τον Ιταλό Λιμενικό λέγοντας του Ciao Bella(!). Έχοντας χρόνο κάνω μια μικρή βόλτα στη Βενετία μέχρι τη γέφυρα των Στεναγμών και επιστρέφω στον Σιδ. Σταθμό (Santa Lucia) για να πάρω το τρένο για το Μιλάνο. Διασχίζοντας τη Bόρεια Ιταλία, θα βαρεθώ γρήγορα αφού το μόνο αξιοθέατο είναι οι ατελείωτες φυτείες καλαμποκιού. Μια ακόμη στάση στοΜιλάνο, αλλαγή συρμού για Τορίνο, και στο Chivasso, τελευταία αλλαγή για Αόστα. Σιγά – σιγά το σκηνικό αλλάζει. Ο ατελείωτος κάμπος δίνει τη θέση του σε λοφάκια και στη συνέχεια σε μεγαλύτερα βουνά, με αποκορύφωση τη κοιλάδα – φαράγγι με τα άγρια βουνά εκατέρωθεν που θα με οδηγούσε στην Αόστα. Είμαι μόνος μου στο βαγόνι και από τον ενθουσιασμό μου θα στέκομαι πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά του τραίνου που θα μου προσφέρει την καλύτερη θέα . Αργά το απόγευμα φτάνω στην Αόστα και περιμένω τον Νικολίτση να με «μαζέψει» και να με μεταφέρει στο Courmayeur όπου τα παιδιά ήδη έχουν βρει camping. Σταματάμε να πάρουμε φαγητό (πίτσες) και γρήγορα στο camping (Grand Jorasses) για φαγητό και ύπνο.


30/07Νωρίς ξύπνημα, ετοιμασία σακιδίων και παίρνουμε το λεωφορείο για το Courmayeur. Το μονοπάτι ξεκινάει από το Courmayeur περνάει κάτω από τη γέφυρα και συνεχίζει στο γειτονικό χωριό, του Dolonne. Πρωινό εκεί (καφέ, ένα μικρό σαντουιτς) και εκκίνηση της ανηφορικής πορείας, περνώντας από το χωριό Plan Checrouit και δεύτερη μικρή στάση στο καταφύγιο Maison Vieille για ένα ανυψυκτικό . Η θέα είναι εκπληκτική (θα βαρεθείτε να το διαβάζετε αυτό) στο massif του Mont Blanc, βγαίνουμε στο διάσελο των 2400μ (Mont Fauve spur) και κατηφορίζουμε σιγά σιγά παρέα με αλπικές λίμνες, χειμάρρους, και τον παγετώνα του Miage. Πέφτουμε στα 2000μ. κάνουμε μια ακόμη στάση στη λίμνη Combal και παίρνουμε την ευθεία για το Elisabetta. Η τελευταία ανηφόρα θα μας κουράσει και θα στήσουμε ακριβώς κάτω από το καταφύγιο, δίπλα σε ένα εγκατελειμμένο-μισογκρεμισμένο κτίριο. Πολύ πλούσιο βραδυνό στο Elisabetta, παλεύοντας με τις μύγες για να γλυτώσουμε τον πουρέ (!) και ύπνος με αρκετό αέρα.

31/07Πολύ καλό πρωινό, δυστυχώς πάλι με πολλές μύγες, ξεστήσιμο κατασκήνωσης, νέα ανηφόρα, βρίσκουμε νεότευκτο κτίριο – κέντρο ενημέρωσης (που δεν αναφέρει ο οδηγός μας) και βγαίνουμε σε νέο διάσελο Col de la Seigne (2.516μ) και τα ΓαλλοΙταλικά σύνορα, με απρόσκοπτη θέα. Κατάβαση 2 ωρών σε πολύ φαρδύ μονοπάτι (ότι πρέπει για ΜΤΒ) αγναντεύοντας την κοιλάδα Des Glaciers, κατάβαση στο καταφύγιο Des Mottets, το οποίο ανακακατασκευάζεται, δε πολυγουστάρουμε το εργοτάξιο και τους γερανούς και συνεχίζουμε σε άσφαλτο για 3-4 χιλιόμετρα με στόχο το Le Chapieux. Κανονική στάση για καφέ – αναψυκτικά – πρόχειρο φαγητό. Μας έχει μείνει μια μεγάλη γαιδουροανηφόρα. Ξεκινάμε σιγά σιγά διαλέγοντας ένα χωματόδρομο που ανεβαίνει γλυκά, πιο αριστερά από το κανονικό μονοπάτι και χωρίς να το καταλάβουμε έχουμε απομακρυνθεί από το μονοπάτι του TMB, και το πιο σημαντικό μας χωρίζει ένα ρέμα που δημιουργεί ένα μικρό φαράγγι. Αλλάζουμε άρδην πορεία, τραβερσάρουμε μια ήπια πλαγιά και ευτυχώς βρίσκουμε μπροστά μας μονοπάτι που προσπερνάει το ρέμα – φαράγγι σχετικά εύκολα. Όχι για να μη γκρινιάζει και ο Νικολίτσης ότι δε κάναμε variant!!! Απαραίτητη στάση για ανάσες στα 2000μ ακριβώς μπροστά στο καταφύγιο Challet de Plan Varravo. Δίπλα ακριβώς ένα τεράστιο κοπάδι βόσκει αμέριμνα και ο βοσκός κρατάει για καλή μας τύχη το τσοπανόσκυλο δίπλα του. Λίγο οι αχρείαστες φωτογραφίες του κοπαδιού, λίγο δυο τρεις απαραίτητες ανάσες, το τσοπανόσκυλο βρίσκεται αιφνιδιαστικά δίπλα μας, αλλά ευτυχώς δεν έχουμε τα χειρότερα. Η ανηφόρα είναι πολύ κοπιαστική, το καταφύγιο του De la croix du Bonhomme, φαίνεται μεν, αλλά θα χρειαστεί ακόμα μια ώρα για να το φτάσουμε και θα στήσουμε ακριβώς από κάτω σε μεγάλο πλατωμα με διαμορφωμένες θέσεις για camping με σωρούς πετρών. Στήσιμο κατασκήνωσης και γρήγορα στο καταφύγιο για φαγητό, μπύρες, χάζεμα του ηλιοβασιλέματος με τα αγριόγιδα, και επιστροφή για ύπνο. Ήταν μια κουραστική μέρα.


01/08
Πολύ καλός ύπνος, καλό πρωινό, χάζεμα των ατελείωτων κορυφογραμμών, ανηφόρα 40 μέτρων για το de la croix du Bonhomme, το πεδίο για πρώτη φορά γίνεται βραχώδες και θα μας οδηγήσει στο διάσελο du Bonhomme. Από κει βλέπουμε σαφέστατα την πορεία της υπόλοιπης μέρας στα πιο χαμηλά. Στο Col de la Balme, άγριες κορυφές τριγύρω (Aiguille de la Pennaz - στυλ Γκαμήλας) και κατέβασμα στα πεδινά με τελικό στόχο το Les Contamines. Λίγο πριν, σταματάμε σε ένα μεγάλο πάρκο με λίμνη. Συζητάμε για τη συνέχεια της ημέρας και αποφασίζουμε να προχωρήσουμε όσο γίνεται μετά το Contamines. Λίγο πριν το χωριό συναντάμε και ένα εντυπωσιακό φαράγγι (Notre Dam de la Gorge). Το Les Contamines είναι το μεγαλύτερο χωριό που βρίσκουμε ως τώρα. Ψώνια από supermarket, φαρμακείο, επιτόπου γεύμα, αγορά απαραίτητων φαγητών για το δείπνο και στη συνέχεια πέρασμα από τα χωριά les Hoches, Le Quy, Tresse, La Cruvaz, La Vilette, Le Champel, με μια απίστευτα απότομη ανηφόρα στο τέλος. Η ώρα περνάει και δεν έχουμε βει ένα πλάτωμα. Σε μια στροφή του χωματόδρομου βρίσκουμε δεξαμενή νερού πάνω από το δρόμο, και μετά από μια εκτεταμένη αποψίλωση με τη βοήθεια των μπατόν, γίνεται ο χώρος της διανυκτέρευσής μας. Το παγκάκι δίπλα στο δρόμο θα φιλοξενήσει το δείπνο μας. Οι περισσότεροι το μελετάγαμε μέρες τώρα για τη βροχή και τελικά θα την έχουμε το ίδιο βράδυ.


02/08Μαζεύουμε τις σκηνές μούσκεμες, η βροχή πιάνει καλά, περπατάμε full αδιάβροχοι (πάνω–κάτω) και οδηγούμαστε στο γειτονικό χωριό Bionnassay αφού περάσουμε ορμητικό χείμαρρο. Στάση για καφέ, ο αδερφός μου θα ανταλλάξει 2-3 χαμόγελα με νεαρά κοπελίτσα με άσπρο φουστανάκι (ξεκόλλαααααα, αδερφεεεεεεέ), θα πιούμε ωραίο cappuccino και θα ξαναπάρουμε τρελή ανηφόρα για το διάσελο Col de Voza. Βαριά συννεφιά παντού, οι βελόνες του Chamonix ίσα που φαίνονται, περνάμε τον οδοντωτό που ανεβάζει ψηλότερα στο Mont Blanc. Συνεχίζουμε, όντας στις εγκαταστάσεις ενός τεράστιου χιονοδρομικού, παίρνουμε μια απότομη κατηφόρα, συνεχίζουμε να χαζεύουμε τις βελόνες του Chamonix, και με τα πολλά βγαίνουμε στο camping του Les Houches. Πολύ απλοικό camping, με ντους, νεροχύτες και μέρος για πλύσιμο και ένα σχετικά μικρό χώρο για στήσιμο σκηνών. Η υπεύθυνη μας δίνει κάτι κάρτες για να μετακινηθούμε δωρεάν από και προς το Chamonix. Κάνουμε το πρώτο μας μπάνιο, αλλάζουμε και πάμε στη Μέκκα στου Αλπινισμού. Είναι καιρός να αγοράσουμε και τους κανονικούς χάρτες του ΤΜΒ για να μας βοηθήσουν στη μετέπειτα πορεία μας. Βόλτα στoυς δρόμους του Chamonix, στα ορειβατικά (όχι ιδιαίτερα καλές τιμές), παίρνουμε πληροφορίες για το τελεφερικ του La Flegere (ο Παναγιώτης δε θα μας ακολουθήσει αύριο), ο καιρός δε λέει να ανοίξει, νέα μπόρα στο Chamonix, πίνουμε καφεδάκι, ψωνίζουμε λίγα πράγματα από το supermarket, μπέρδεμα με το λεωφορείο της επιστροφής με αποτέλεσμα να αργήσει το βραδυνό μας (πίτσες από το Les Houches). Ο καιρός με προβληματίζει.

03/08
Η βροχή άρχισε νωρίς και συνεχίστηκε μέχρι το ξύπνημα μας στις 06:30. Όλα κλειστά. Για κάποιο λόγο μπερδευόμαστε και θα κάνουμε δυο φορές το πίσω μπρος για να βρούμε τη συνέχεια του μονοπατιού για το άγαλμα του Χριστού Βασιλιά (Christ Le Roi). Ανηφόρα για το Park Merlet. Στην είσοδο του πάρκου, υπάρχει ενημερωτική πινακίδα με τα μονοπάτια της περιοχής. Συμβουλευόμενοι το δικό μας χάρτη, και λόγω του κλειστού καιρού θα αποφασίσουμε (προς απογοήτευση του Νικολίτση) την αποφυγή του μονοπατιού από το Le Brevent (το οποίο είναι εκτεθειμένο στα 2.500μ) και θα συνεχίσουμε πιο χαμηλά σε ένα δαιδαλώδες αλλά συνάμα κατατοπιστικότατο δίκτυο μονοπατιών στις δασωμένες πλαγιές απέναντι από το Les Houches και το Chamonix. Στη συνέχεια, θα απορρίψουμε και την ανάβαση στο La Flegere και σημαδεύουμε σαν στόχο το Chalet La Floria. Θα πάρουμε το κεντρικό μονοπάτι (Balcon - Petit - Sud) για πολλά χιλιόμετρα και θα καταλήξουμε στο Chalet La Floria, ένα απίστευτο μέρος με τρελό κήπο και άπειρους χρωματικούς συνδυασμούς. Γευματίζοντας, αποφασίζουμε να προχωρήσουμε περισσότερο σήμερα μέχρι το Tre Le Champ, και ενημερώνουμε σχετικά τον Παναγιώτη για να μας βρει εκεί. Συνεχίζουμε στο μονοπάτι το οποίο δε λέει να τελειώσει (μου θύμισε την αξέχαστη τραβέρσα της Ζαρονοκεφάλας στην Κρήτη). Σε κάποια στιγμή, ανησύχησα μήπως πήραμε λάθος μονοπάτι. Το τελευταίο κομμάτι, ήταν σαφώς λιγότερο περπατημένο, με απόκοσμα στοιχεία μες την ομίχλη, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποια νεράιδα μέσα από το πυπνό δάσος.
Η ταμπέλα για το Argientiere, Tre Le Champ θα μας επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η ομίχλη δίνει τη θέση της σε βροχή η οποία θα ενταθεί βγαίνοντας στο κεντρικό δρόμο του Argentiere. Μια ανάσα στη στάση λεωφορείου και το πρώτο λεωφορείο θα περνάει από το τελικό μας προορισμό (μάλιστα με τη ξυνή οδηγό που χθες μας εκνεύρισε ελαφρώς στο Chamonix) και δε θα πληρώσουμε κιόλας. Με τα πολλά βρίσκουμε το camping (μεταξύ Montroc και Tre le Champ) και τον Παναγιώτη, στήνουμε, συννενοούμαστε στα Γαλλικά με τη βοήθεια του Νικολίτση και απολαμβάνουμε το πλούσιο βραδυνό μας. Στη συνέχεια, μπύρες και μελέτη του οδηγού για τις υπόλοιπες ημέρες, ελπίζοντας καλύτερο καιρό για τη συνέχεια.

04/08
Ξύπνημα στις 07:00 και ετοιμασία των σακιδίων. Πρωινό (το πιο πλούσιο ώς τώρα) με μια ευγενέστατη κυρία να μας εξηγεί τα πάντα στα Γαλλικά, να μην καταλαβαίνουμε τίποτα, αλλά να τιμούμε σχεδόν όλα τα προιόντα του buffet, και με σχετική καθυστέρηση, 09:20 αναχωρούμε για το διάσελο στα ΓαλλοΕλβετικά σύνορα. Λίγο το καλό πρωινό, λίγο ο καλός καιρός, λίγο ο καλός ρυθμός, η ομάδα θα κάνει 850 μέτρα υψομετρικής σε 2 ώρες (εύγε, παληκάρια). Η πορεία μας σήμερα είναι σε μια ράχη (Aiguille des Possettes), η οποία είναι τελικά λιγότερο απότομη από ότι φανταζόμασταν και μας οδηγεί στα 2.201μ. με απίστευτη θέα. Βλέπουμε το καταφύγιο και τη μετέπειτα πορεία μας. Σε ακόμα μια ώρα είμαστε στο καταφύγιο, όπου θα σταματήσουμε για μικρό γεύμα- καφέ – αναψυκτικό. Συνεχίζουμε όντας στην Ελβετία, με κατεύθυνση, μέσω πυκνοδασωμένης πλαγιάς το La Peuty, διασχίζοντας πολλά λιβάδια που βόσκουν αρκετές αμέριμνες αγελάδες. Το camping θα είναι πολύ απλό. Μονο 2 τουαλέτες, στεγασμένος χώρος για φαγητό και μια γούρνα για πλυσταριό. Χώρος για το πολύ 20 σκηνές. Δε θα πληρώσουμε ποτέ, γιατί πολύ απλά δε θα μας ζητήσει κανείς. Πλύσιμο των βασικών και βόλτα στο γειτονικό Trient. Αναζήτηση supermarket για το επόμενο πρωινό, εστιατορίου και με χαρά βλέπουμε στο μενού μακαρονάδα. Θα την τιμήσουμε δεόντως. Όπως και τα άλλα ωραία πιάτα, αρκετές μπύρες και θα κάνουμε ένα μεγάλο λογαριασμό (125 ευρώ) αφήνοντας και ένα καλό φιλοδώρημα στην γλυκύτατη σερβιτόρα μου μας εξυπηρέτησε. Σιγά – σιγά θα πρέπει να αποφασίσω μέχρι ποιού σημείου θα ακολουθήσω την ομάδα. Ακόμα είναι ημέρα και επιστρέφουμε στις σκηνές μας.

05/08Τρελή υγρασία και ο ήλιος ακόμα είναι κρυμμένος. Το πρωινό μας είναι λιτό αλλά θα εντυπωσιάσει νεαρά αλλοδαπή ορειβάτισσα από τη πολυχρωμία του. Πολλές μαρμελάδες, τυράκια, ψωμί, και κρύο τσάι. Παίρνουμε την ανηφόρα για το Col de la Fort Claz, και στη συνέχεια τραβερσάρουμε ανηφορικά για το διάσελο στα 2.046μ. και τελικά στο καταφύγιο Alp Bovine. Η σημερινή πορεία είναι μακράν η πιο αδιάφορη. Ωραία μεν βουνά απέναντι μας και πάνω από το Martigny (Dents du Midi), αλλά η πορεία δε μας συγκινεί. Στάση στο καταφύγιο, συναντάμε τους πρώτους και τελευταίους Έλληνες στο trekking. Κινούνται ανάποδα (anticlockwise) και κοιμούνται σε ξενοδοχεία και καταφύγια. Θα συνεχίσουμε κατηφορικά, σε βραχώδες και ελαφρώς γλυστερό πεδίο για να βγούμε σε χωριό κοντά στο Champex. Υπομονή ακόμη 1 ώρα και βγαίνουμε στο πάνω μέρος του χωριού και βρίσκουμε το camping. Είναι το πιο ακριβό, αλλά διαθέτει ντους, τα οποία και θα τιμήσουμε πριν κάνουμε επίσκεψη στη λίμνη της περιοχής. Φωτογραφίες, δείπνο με μακαρονάδα (με ketchup παρακαλώ), μικρή βόλτα στη λίμνη και επιστροφή στο camping. Αργήσαμε λίγο και θα δεχτούμε τις παρατηρήσεις ζευγαριού δίπλα μας (σε κανονικά γαλλικά). Ξενέρωτοι άνθρωποι... Έχω σχεδόν πάρει την απόφαση μου για τη συνέχεια. Θα ακολουθήσω την ομάδα μέχρι το Ferret και μετά θα γυρίσω Γενεύη μέσω Martigny.

06/08
Ξύπνημα στις 07:00, περιμένουμε να σκάσει ο ήλιος, μάταια, ξεστήνουμε και αναζητούμε το πρωινό μας. Βρίσκουμε τρελό μαγαζί με buffet, το λεηλατούμε, και βγάζουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες της ομάδος στη λίμνη. Παίρνουμε την κατηφόρα για Issert, και άλλα δυο κουκλίστικα χωριά (Les Arlaches, Praz de fort). Αρχίζει η ανηφόρα, και ο Νικολίτσης μου πιπιλά στο μυαλό να προωθηθούμε περισσότερο, έτσι ώστε να προλάβω και εγώ όλο το γύρο. Διασχίζουμε τρελό καταρράκτη, το τοπίο γίνεται πιο αλπικό και πολύ νωρίς (13:30) είμαστε στο La Fouly. Βλέπω ότι προλαβαίνουμε να ανέβουμε ψηλά και αποφασίζω να συνεχίσω με τα παιδιά. Στάση στο La Fouly για τα κλασσικά και έφοδος στο supermarket για προμήθεια βραδυνού και πρωινού της επομένης. Το Ferret θα το δούμε από απέναντι αφού διαλέξαμε το δεύτερο μονοπάτι, αγνοήσαμε τις πινακίδες για La Lechere και πήραμε την ομολογουμένως απότομη ανηφόρα για το Alp Le Peule. Μετά από μια κοπιαστική τραβέρσα φτάνουμε στο καταφύγιο (πρώην στάβλος αγελάδων). Κατά λάθος θα παραγγείλουμε τρελό πιάτο με τυριά και ψωμί και θα πάρουμε δυνάμεις για τα υπόλοιπα 200 μέτρα υψομετρικής στα 2.350μ. Βρίσκουμε επιτέλους ένα πλάτωμα με θέα στα ΕλβετοΙταλικά σύνορα. Παρέα μας αρκετές μαρμόττες, και κάποιοι ΜΤΒαδες που πηγαινοέρχονται μέχρι τη δύση του ηλίου. Αυτή ήταν και η μοναδική παράτυπη κατασκήνωση μιας και απαγορεύεται το ελεύθερο camping στην Ελβετία. Βραδυνό κατάχαμα, συνοδεία καλού τυριού και ψωμιού, τελευταίες φωτογραφίες και ύπνος.


07/08
Πολύ καλός ύπνος, οι μαρμόττες το βράδυ ψαχούλευαν τα σκουπίδια μας, ο ήλιος βγήκε σχετικά νωρίς και με στεγνές σκηνές, μετά από λιτό πρωινό, παίρνουμε τη μικρή ανηφόρα για τα σύνορα (Grand Col Ferret – 2.537μ) συνοδεία φοβερής θέας (Garand Jorasses, Dolent, Grand Combin). Δεκάδες πεζοπόροι καταφτάνουν από το καταφύγιο Elena, έντονη κατηφόρα και σε περίπου 1 ½ ώρες είμαστε στο καταφύγιο για καφεδάκι και κραουασάν. Είμαστε στην Ιταλική Val Ferret και χαζεύουμε απένταντι τo διάσελο Col de la Seigne που το περάσαμε πριν μια βδομάδα . Πολύς κόσμος ανεβαίνει με αυτοκίνητα, λεωφορεία, βγαίνουμε στην άσφαλτο, και άλλα βουνά, με πολύ λεπτές μύτες-βελόνες, πιο εντυπωσιακές και μετά απο μικρή στάση, συνεχίζουμε για Courmayeur. Αποφύγαμε το μονοπάτι για Bonatti και έτσι 13:00 είμαστε στο camping (Grand Jorasses) το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Planpincieux. Κατεβαίνω με τον Νικολίτση στην πόλη για να κλείσω εισητήρια αλλά δυστυχώς τα βρίσκω κλειστά. Ίδια τύχη και στην εύρεση supermarket. Ανεβαίνουμε πάλι πάνω, περιμένουμε να αγοράσουμε μάρκες για να κάνουμε μπάνιο και 16:00 κατεβαίνουμε πλυμμένοι και ανανεωμένοι για φαγητό. Μας περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη αφού τα εστιατόρια είναι κλειστά και πρέπει να περιμένουμε μέχρι τις 19:00. Στάση για καφέ, ψώνια, αναμνηστικά, κλείνω το εισητήριο για Chamonix, οι περισσότεροι νυστάζουμε αλλά θα κάνουμε υπομονή και θα δειπνήσουμε γιορτάζοντας την ολοκλήρωση του TMB στο ίδιο εστιατόριο που πήραμε τις πίτσες το πρώτο βράδυ. Παραδόξως δε χορταίνω και θα συνεχίσουμε με κρασάκι και μπινελίκια στο camping. Επιστροφή για ύπνο, συνοδεία ψιλόβροχου για το υπόλοιπο της βραδιάς.


08/08Δε μπορώ να πω ότι έκανα και τον καλύτερο ύπνο. Ξυπνάμε με ψιλόβροχο που αυξομειώνεται. Τα παιδιά μαζεύουν και αυτά για να επιστρέψουν στην Βενετία. Ετοιμάζοντας τα πράγματα, μαζεύοντας τη σκηνή, η βροχή δυναμώνει και γίνεται μούσκεμα. Ψιλομίζερη κατάσταση, τα πράγματα έχουν λασπωθεί, αφήνω τα αχρείαστα στο αυτοκίνητο, αποχαιρετώ τα παιδιά και περιμένω το τοπικό λεωφορείο. Κατεβαίνω Courmayeur, πίνω με την ησυχία μου ένα cappuccino συνοδεία 2 κρουασάν, και γύρω στις 11:30 είμαι Chamonix αφού έχω περάσει από το εντυπωσιακό τούνελ του Mont Blanc. Θα περιμένω βολτάροντας άλλες 2 ώρες μέχρι να ανοίξει το εκδοτήριο εισητηρίων για το λεωφορείο προς Γενεύη. Στέλνω μήνυμα σε φίλους από τον σύλλογο (ΕΠΟΣ Φυλής) που βρίσκονται στο Chamonix μήπως και βρεθούμε. Θα αφήσω το σακίδιο ορφανό, θα βολτάρω, αγοράζοντας σουβενίρ, μεσημεριανό φαγητό, θα βαρεθώ κάποια στιγμή και θα περιμένω υπομονετικά να περάσει η ώρα. Ο καιρός όπως και την προηγούμενη φορά βροχερός, δε θα μας χαρίσει τη θέα στα τριγύρω εντυπωσιακά βουνά, θα φέρνει γερές μπόρες, σχεδόν κάθε ώρα. Το λεωφορείο φεύγει στην ώρα του και μαθαίνω πως σήμερα είναι μεγάλη μέρα για τη Γενεύη. Πυροτεχνήματα θα καλύψουν τον ουρανό της πόλης και θα υπάρχει πολύς κόσμος περιμένοντας αυτό το θέαμα. Ευτυχώς αυτή η γιορτή δεν καθυστερεί το δρομολόγιο του λεωφορείου και 18:30 είμαι στο αεροδρόμιο, αρχίζοντας την εξερεύνηση των γύρω χώρων, ανεβαίνω στη ταράτσα που ακόμα έχει ήλιο, συμπληρώνω το ημερολόγιό μου. Διστάζω να αφήσω πάλι το σακίδιο μόνο του και να κατέβω στην πόλη για να απολαύσω τα πυροτεχνήματα, μιζεριάζοντας στη στενή καρέκλα της αναμονής. Οι ώρες θα περάσουν βασανιστικά, θα αποκοιμιέμαι κατά διαστήματα , κλεφτά. Το αεροδρόμιο ηρεμεί μονο για το διάστημα 01:00 – 04:00 που δεν ακούγεται ψυχή. Ξαναζωντανεύει στη συνέχεια και κατά τις 06:30 αποφασίζω ότι πρέπει να σηκωθώ. Κάνω check in, περιμένω αρκετη ώρα για να ανακοινωθεί η πύλη αναχώρησης, και επιτέλους πετάω για Αθήνα. Και αυτό το ταξίδι φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος του. Πρέπει σιγά-σιγά να βάλω νέους στόχους.
Τα υπόλοιπα παιδιά, αφού αρχικά περάσουν 2 επιπλέον ημέρες στη Βενετία, θα ταλαιπωρηθούν λίγο, αφού το Zeus Palace παρουσίασε μηχανική βλάβη και θα φάνε μια extra 24 ώρη καθυστέρηση + μια ξαφνική καλοκαιρινή καταιγίδα.

Άντε και του χρόνου στο Gasherbrum, παιδιά!!!!

Φωτογραφίες στο link

https://photos.google.com/album/AF1QipMNmiAcKwmmGBL30it-_fNpiUptoLV0qkWT2ITJ
Je m' appelle Nicolas...

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Όλυμπος (Κόψη Σκολιού - Ρέμα Ξερολακκίου)


Η ιδέα είχε πέσει εδώ και καιρό. Όλυμπος αλλά όχι από τα γνωστά. Μετά από τη σχετική μελέτη, αποφασίστηκε ανάβαση από Κόψη Σκολιού και κατάβαση από Μπαρμπαλά με διανυκτέρευση στον Κάκκαλο. Λόγω ότι ο Όλυμπος «φοριέται» πολύ το καλοκαίρι, δεν καταφέραμε να «κλείσουμε» διανυκτέρευση εντός του καταφυγίου, οπότε η ανάβασή μας θα γινόταν ακόμα πιο δύσκολη, μη πω πιο βαριά.

Μετά απο συνομιλίες με γνώστες του Ολύμπου, ξεκαθαρίσαμε και το τελικό πρόγραμμα, θέλοντας να επιστρέψουμε εκεί που θα αφήναμε τα αυτοκίνητα. Οπότε το πρόγραμμα κατάβασης άλλαξε και θα γυρνάγαμε από Χρηστάκη–Μεγάλη Γούρνα και ρέμα Ξερολακκίου. Διανυκτέρευση για την Παρασκευή το βράδυ ορίστηκε γενικά το χωριό Πέτρα. Αφού βρήκαμε οδηγούς, αυτοκίνητα και συμμετέχοντες χωριστήκαμε σε δυο ομάδες και μετά τις απαραίτητες μα συνάμα δύσκολες συννενοήσεις, πήραμε την Εθνική για Λαμία – Λάρισα – Κατερίνη. Ο υπογράφων συνόδευε την Αλέκα και την Χριστίνα, γνωστές Ανδινίστριες με τουλάχιστον 2 επιτυχημένες ανάβάσεις σε βουνά της Λατινικής Αμερικής πάνω από τα 5000μ. Το δέος ήταν αρκετό αλλά ξεπεράστηκε νομίζω αρκετά γρήγορα. Πρώτη καθυστέρηση στην Υλίκη και στάση στον Καραβόμυλο για γρήγορο δείπνο. Νυχτερινή οδήγηση για Κατερίνη, πληροφορίες από τον γραφικό περιπτερά που έχει βαρεθεί να σχεδιάζει τον τρόπο εξόδου από τους δαιδαλώδεις δρόμους της πόλης του σε περίεργους ανθρώπους που ψάχνουν τον Όλυμπο.

Φτάνουμε στην Πέτρα γύρω στη 01:15, τα παιδιά με το άλλο αυτοκίνητο (Πάνος, Αποστόλης και Μαρουσάκια) μας προλαβαίνουν πριν κοιμηθούμε στο κιόσκι ακριβώς έξω από το χωριό.

Ξύπνημα κατά τις 06:30, ο καιρός είναι βαριά συννεφιασμένος αλλά η ομάδα δεν απογοητεύεται και προωθείται με τα αυτοκίνητα μέχρι τις σπηλιές στο ρέμα Ναούμ. Εκεί πλέον πεζοί περνάμε τις σπηλιές και στη δεύτερη αριστερή στροφή του δρόμου μπαίνουμε ευθεία πάνω στην πλαγιά, που γρήγορα γίνεται κόψη με αρκετή κλίση. (Το κανονικό μονοπάτι ξεκινάει 2-3 στροφές παραπάνω, υπάρχει πέτρα με σημάδι). Ευτυχώς η χορταριασμένη πλαγιά δε γλυστράει, η παρέα ξεκινάει γερά και θα ανέβει σχεδόν 450 μέτρα υψομετρικής την πρώτη ώρα. Από ένα σημείο και μετά, υπάρχουν κόκκινα σημάδια πάνω στα δέντρα που δεν επιτρέπουν χασίματα. Απαραίτητες ανάσες και σε άλλα 40 λεπτά θα βρούμε τα χαρακτηριστικά κόκκινα σκαλοπάτια που κάνουν πολύ πιο απλή την ανάβαση του συγκεκριμένου βράχινου περάσματος. Στο εν λόγω σημείο υπάρχει και εναέριο συρματόσκοινο (!) (προφανώς για ασφάλιση χειμερινών συνθηκών).
Η κόψη συνεχίζει με κλίση, ο άστατος καιρός δε μας επιτρέπει να χορτάσουμε αριστερά και δεξιά μας τα Μεγάλα και Μικρά Καζάνια αντίστοιχα έως ότου βρίσκουμε ευθύ κομμάτι με κυρίαρχη βλάστηση τα ρόμπολα, σημάδι ενάρξεως του αλπικού τοπίου και αποχαιρετισμό του δάσους. Θεωρητικά, εδώ είναι και το 1ο μπαλκόνι, όπως αναφέρεται και από τον Βασίλη Μαμούρη, στο σχετικό άρθρο του Ανεβαίνοντας (Νο 40). Δεν έχουμε ιδέα τι πρόκειται να ακολουθήσει. Ασταθής σάρα που δε σου επέτρεπε να κάνεις δυο συνεχόμενα βήματα μπροστά.. Θα χρειαστούμε τουλάχιστον 2 ½ ώρες για λιγότερο από 500 μέτρα υψομετρικής.

Η κατακόρυφη πορεία προς το Σκολιό αναβάλλεται και η ομάδα προτιμά αντίστοιχη τραβερσαριστή προς χαρακτηριστικό κούκο, στο διάσελο που ενώνει Σκολιό – Χρηστάκη, έχοντας δίπλα μας τα εντυπωσιακά Μικρά Καζάνια. Συνεχίζουμε τη τραβέρσα κάτω από το Σκολιό (όντας στο μονοπάτι Ε4) προς τη Σκάλα και στη συνέχεια αποφεύγουμε τον Μύτικα από Ζωνάρια, μιας και δεν υπάρχει διάθεση για ανάβαση στην κορυφή και ολοκληρώνουμε τη σημερινή μας πορεία έξω από το καταφύγιο του Κάκκαλου.

Με μεγάλη χαρά βρίσκουμε τον καλό μας φίλο, εξαιρετικό αναρριχητή, αλλά πάνω από όλα άνθρωπο Δημήτρη Δασκαλάκη (100 πόντοι). Τι, τζάμπα μας κέρασε τόσες τσικουδιές;;
και τον εξυπηρετικότατο – ευγενέστατο διαχειριστή του καταφυγίου Μιχάλη Στύλλα (ή κατά κόσμον Mike).

Η ομάδα είναι κουρασμένη – πεινασμένη, στήνει γρήγορα τις σκηνές και απολαμβάνει σύντομα την θαλπωρή – ζεστασιά του καταφυγίου. Ο γράφων στην λογική του ελαφριού σακιδίου θα ξεχάσει γάντια – fleece – σκούφο και θα τον «δαγκώσει ελαφρώς» με αποτέλεσμα να μην απολαύσει όσο θα ήθελε τη θέα – τελευταίο φώς έξω από το καταφύγιο. Ύπνος σχετικά νωρίς και εγερτήριο στις 07:00. Η ομάδα συνεχίζει να μην έχει όρεξη για κορυφή, και θα μαζέψει τα πράγματα της για επιστροφή από τα ίδια. Στα Ζωνάρια θα χωριστούμε και συνοδεία των δυο ανδινιστριών, Αποστόλη και εμού, θα ανέβουμε από το μονοπάτι δίπλα στο Λούκι του Μύτικα, που βγάζει μεταξύ Κακόσκαλας – Σκάλας. Θα περάσουμε ένα λούκι 20-25 μέτρων σχετικά έυκολα, και θα ξεκουραστούμε στο χαρακτηριστικό χαοτικό σχίσμα που βλέπει κανείς τα Καζάνια. Τα κορίτσια είναι τόσο συνεπαρμένα που ανάβουν τσιγάρο. Θα περάσουν από μπροστά μας τυπικοί Έλληνες περίεργοι «Ορειβάτες» με αθλητικά παπούτσια χωρίς κράνος, άλλοι πάλι ουρλιάζουν κατεβαίνοντας την Κακόσκαλα, γενικά αποκαρδιωτικά πράγματα.

Οι υπόλοιποι τρεις της παρέας κάνουν το κύκλο από Ζωνάρια και μας περιμένουν δίπλα στην κορυφή της Σκάλας. Ξεκινάμε την από κοινού πορεία για Σκολιό και η συνάντηση με άλλους ορειβάτες θα αποβεί καθοριστική αφού μας καθοδηγούν στο μονοπάτι Ε4 για Μεγαλή Γούρνα – Κατ. Χρηστάκη και όχι προς Αγ. Αντώνη – ΚΕΟΑΧ – Ολυμπιάδα που πρότεινε ο υπογράφων (-100 πόντοι). Βρίσκουμε το καταφύγιο ανάγκης κάτω από το Χρηστάκη και στη συνέχεια τη ξεραμένη ρεματιά που θα μας οδηγήσει μετά από 2 ½ ώρες σε χωματόδρομο με φράκτη και στη συνέχεια στον αντίστοιχο κεντρικό που συνδέει Κοκκινοπλό με Πέτρα. Είμαστε πια στα αυτοκίνητα μας, αλλάζουμε και αναζητούμε μέρος αναπλήρωσης της χαμένης ενέργειας του ΣΚ. Παράξενο ή όχι, παίρνοντας διαφορετικό δρόμο από αυτό του Σαββάτου θα πέσουμε στην μοναδική ταβέρνα του χωριού όπου θα τιμήσουμε σχεδόν όλο το μενού και παραλίγο να πνίξουμε και την Αντιπρόεδρο του ΕΠΟΣ Φυλής (Χριστίνα) με τα αστεία μας. Τελος καλό, όλα καλά.

Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες για την διάθεση - εμπιστοσύνη και ειδικότερα την Χριστίνα για την παρθενική της εμφάνιση.

Κλείνοντας θα θέλαμε να ευχηθούμε στον Μάκη (ο οποίος επρόκειτο να ακολουθήσει τους Αλλού Γιαλλού στον Όλυμπο, αλλά δε τα κατάφερε) ταχεία ανάρρωση, μετά το τροχαίο που είχε το απόγευμα του Σαββάτου, γιατί ως γνωστόν έχουμε αφήσει εκκρεμότητες στον Κρυάκουρα (και όχι μόνο).