Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Η ΠΟΛΙΟΡΚΊΑ ΤΟΥ ΚΡΙΑΚΟΥΡΑ ('Η ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΜΕ ΤΟ ΠΟΛΥ ΘΕΜΑ)


Η πρώτη επαφή είχε γίνει τον Αύγουστο του 2007 με την ανάβασή μας στα Τζουμέρκα. Από τα λιβάδια της Κωστηλάτας χαζεύαμε αυτή τη μακριά κορυφογραμμή. Σε ανύποπτη στιγμή και συζήτηση με τον έφορο ορειβασίας του ΕΟΣ Αθηνών (τον Γιώργο τον Σιδηρά) κάπου στην κορυφογραμμή της Γρ. Οξυάς, του ανέφερα το συγκεκριμένο βουνό και πόσο εντυπωσιακό είναι. Συν κάποιες αναφορές, από την περιγραφή του Μίλτου Ζέρβα στο περιοδικό Ανεβαίνοντας για την διάσχιση της Κακαρδίτσας προς Θεοδώριανα, με φωτογραφίες από τις κορυφές της Φούρκας και του Κριάκουρα, το αποτέλεσμα ήταν, να μπει το συγκεκριμένο βουνό στο πρόγραμμα αναβάσεων του Συλλόγου για το Μάιο του 2009.

Όντας άνθρωποι με συνέπεια και υπευθυνότητα (λέμε τώρα), αποφασίσαμε πως το πιο βολικό διάστημα αναγνώρισης της περιοχής θα ήταν οι ημέρες του Πάσχα. Συμμετοχές ξέραμε ότι δε θα είχαμε, λόγω των ημερών. Συνολικά βρέθηκαν 3 εθελοντές, (ο Μάκης, ο Αποστόλης και εγώ). Το απόγευμα της Μ. Πέμπτης μας βρήκε να ταξιδεύουμε προς την Πύλη Τρικάλων και από κει προς τη Μεσοχώρα, όπου κάναμε μια στάση για ένα τσιπουράκι.
Εντυπωσιαστήκαμε από τον νέο δρόμο που ξεκινάει από τη Μεσοχώρα. Ολοκαίνουργιος δρόμος, με ατελείωτα τούνελ, σε ένα από τα πιο δύσκολα και άγρια μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδος, όπου οι κατολισθήσεις είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Τελικός προορισμός η Νεράιδα Τρικάλων ή Γρεβενοσέλι, ένα από τα τελευταία χωριά πριν το νομό Άρτης. Η ώρα προχωρημένη, μια γρήγορη ως βιαστική αναζήτηση μέρους κατασκήνωσης και βουρ για ύπνο στις σκηνές μας.

Το επόμενο πρωινό, καφέ στη γραφική πλατεία της Νεράιδας, επεξήγηση στους ντόπιους για το σκοπό της επίσκεψης μας, αρκετές πληροφορίες για το βουνό, αλλά και μια σύντομη ιστορία για το πέρασμα των ανταρτών Ζέρβα και Βελουχιώτη από την περιοχή από τον Μπάρμπα-Λάμπρο. Στόχος της πρώτης ημέρας ο Κριάκουρας με κατασκήνωση στο διάσελο της Νεράιδας. (Γιώργο, Αγ. Μόδιστος δεν υπάρχει στη γύρω περιοχή). Ήρθε η ώρα να αναλάβει δράση το τζιπ του Μάκη, το αγέρωχο και πετροφάγο Σαμουράι.
Ο δρόμος ήταν σπαρμένος με άπειρα κοτρώνια, από τις κατολισθήσεις του χειμώνα, αλλά τίποτα δεν ήταν αρκετό για να εμποδίσει το μεταφορικό μας μέσο, να ανέβει μέχρι εκεί που οι χιονούρες του επέτρεπαν. Στη διαδρομή εντοπίσαμε και το μετέπειτα χώρο κατασκήνωσης μας, ένα περιφραγμένο, γραφικότατο εκκλησάκι με πηγή και κιόσκι. Αφού παρατήσαμε στο αυτοκίνητο κάπου στα 1400μ, φορτωθήκαμε όλα τα πράγματα για το διάσελο της Νεράιδας. Αρκετό χιόνι κατά μήκος της ρεματιάς και πρώτες εικόνες της ορθοπλαγιάς του Κριάκουρα. Η θέα εντυπωσιακή από το διάσελο, βλέποντας την ατελείωτη κορυφογραμμή του Κριάκουρα, την Κακαρδίτσα και την Φούρκα, αλλά συνάμα απογοητευτική για την πορεία που υπολογίζαμε να επιλέξουμε. Η αρχική ιδέα για προσέγγιση του Σταυρού των Μελλισουργών απορρίπτεται μιας και είναι πολύ μακριά και χρειάζεται να χάσουμε αρκετό ύψος. Οι πληροφορίες από τους ντόπιους μιλούσαν για direct ανάβαση αριστερά του διάσελου, κατευθείαν για την κορυφή. Βλέποντας το πεδίο, είχαμε τις επιφυλάξεις μας. Αφήσαμε τα πράγματα μας στο ελάχιστο ξέχιονο χώρο του διάσελου που συνοδευόταν από φράκτη (!) και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε. Η κλίση πολύ γρήγορα έγινε μεγάλη και μας αποθάρρυνε από το να συνεχίσουμε. Μόνο ο Μάκης έδειξε διάθεση να ανέβει λίγο περισσότερο. Από το σημείο που φτάσαμε (1900μ.) είχαμε επίσης τη δυνατότητα να δούμε και το μονοπάτι για τη Φούρκα, την άλλη κορυφή του προγράμματος. Πάλι απότομη κλίση και χασίματα που μας αποθάρρυναν ακόμη περισσότερο. Επιστροφή στο διάσελο για σύσκεψη και εντοπισμό επόμενου στόχου. Δεν θέλαμε να εγκαταλείψουμε το μέρος , το οποίο ήταν ειδυλλιακό και αποφασίσαμε να διανυκτευρέσουμε στο εκκλησάκι που εντοπίσαμε ανεβαίνοντας. Ήταν ο Αγ. Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Με απίστευτη θέα σε Κριάκουρα και Φούρκα, αλλά και σε Χατζή (Αρέντα κατά τους ντόπιους), με νερό και κιόσκι. Θα κατεβαίναμε στην Νεράιδα για να πάρουμε κάποια πράγματα από το αυτοκίνητο μου, και σκεφτήκαμε με τον Αποστόλη να εκμεταλευτούμε το γεγονός και να περπατήσουμε στο μονοπάτι που συνέδεε τη Νεράιδα με τα Θεοδώριανα. Ο Μάκης θα συνέχιζε με το τζιπ και θα μας περίμενε στα Θεοδώριανα. Το μονοπάτι πολύ ωραίο από την πλευρά της Νεράιδας, μέσα στο δάσος, μας οδηγεί σχετικά γρήγορα στον Πρ. Ηλία (1150μ) από όπου αντικρύζουμε τον στιβαρό όγκο των Τζουμέρκων στα Δυτικά, αλλά και της κορυφογραμμής της Παχτουρνέτσας στα Ανατολικά και τον Αχελώο στο Νότο. Το μονοπάτι αρχίζει να στριφογυρίζει με καγκέλια, σε λιγότερο δασωμένο κομμάτι, κάπου χάνεται, κλείνει από τα πολλά αγκάθια (θέλει καθάρισμα) και κατεβαίνει στο δρόμο των Θεοδώριανων σε χαρακτηριστικό εικονοστάσι. Μετά από άλλα 2 χιλιόμετρα χωματόδρομου και τσιμεντόδρομου φτάνουμε στο χωριό. Ο Μάκης ήδη τιμά τις φακές της κυρά Βασιλικής ενώ εμείς θα αρκεστούμε σε έναν καφέ. Ο καιρός, εντελώς καλοκαιρινός και ζεστός.
Παίρνουμε την επιστροφή για την κατασκήνωση μας, αφού ο Μάκης σηκώνει το μισό μαγαζί της κυρά Βασιλικής με προμήθειες. Μαγείρεμα και συζήτηση για τα σχέδια της επόμενης μέρας. Ξέραμε ότι ο Κρυάκουρας ανεβαίνεται και από τις Λάκκες, ένα πανέμορφο επίπεδο μέρος κάπου στα 1400 μέτρα. Υπήρχε δρόμος (όχι στον χάρτη) που ανέβαινε και είπαμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας και εκεί. Ο δρόμος ακόμα πιο κακοτράχηλος, χρειάστηκε να κατέβει ο Αποστόλης 2-3 φορές και να μετακινήσει βράχια του μισού μέτρου για να περάσει το «θηρίο». Δε θέλαμε να εξαντλήσουμε τα όρια του Σαμουράι και για αυτό σταματήσαμε 2-3 στροφές πριν τις Λάκκες. Το μέρος καταπράσινο, περιμένει τα κοπάδια των τσοπάνηδων. Ξεκίνημα της ανηφορικής πορείας που σιγά σιγά μετατρέπει τη φαρδιά κορυφογραμή σε μια πολύ λεπτή κόψη.
Σε λίγο διακρίνεται όλο το ανάπτυγμα της κορυφογραμμής. Αρκετά στενή, αλλού χιόνι, αλλού μικροί βράχινοι πύργοι. Όταν το χιόνι δε μας το επιτρέπει, κινούμαστε από τη ξερή δυτική πλευρά με αρκετά ανεβοκατεβάσματα και τουλάχιστον 1000 μέτρα γκρεμού να χάσκουν δίπλα μας. Ο Αποστόλης δεν έχει όρεξη και τον αφήνουμε για να κάνουμε αναγνώριση της περιοχής. Το ανάπτυγμα που πρέπει να κάνουμε είναι περίπου 300μ μέτρα αλλά είναι εντελώς χαοτικό. Πρέπει να χάνεις συνέχεια ύψος αναζητώντας το ασφαλέστερο πέρασμα. Ο βράχος είναι καλός, αλλά το επικίνδυνο είναι τα χορτιαριασμένα πατάρια-περάσματα. Θέλαμε τουλάχιστον άλλες 2 ώρες για την κορυφή, και έπρεπε να σκεφτούμε και την επιστροφή. Είχαν δίκιο λοιπόν αυτοί που κατά τον Μάκη, του έλεγαν πως το βουνό , έχει θέμα. Αρκετά χέρια στην επιστροφή για το κατέβασμα, ο Μάκης έκανε και ένα ραπέλ έτσι για εξάσκηση, συνάντηση με τον Αποστόλη, επιστροφή στις Λάκκες (για ολιγόλεπτη ξεκούραση) και πίσω στο εκκλησάκι για ανασύνταξη δυνάμεων και δείπνο. Ήδη μετράγαμε 0/2 προσπάθειες για τον Κρυάκουρα.
Το απογευματάκι δεχτήκαμε την επίσκεψη 3 γυναικών από το χωριό (για το παραδοσιακό άναμα καντηλιών της εκκλησίας) και μάθαμε αρκετά για τις συνήθειες των κατοίκων τα χρόνια που πέρασαν μεγαλώνοντας στο χωριό. Μάθαμε για διάφορα τοπωνύμια της περιοχής, το Γλαβά, το Χαλίκι, τη μονή της Αγ. Κυριακής, για το μονοπάτι που οδηγεί το εκκλησάκι των Αγ. Ταξιαρχών στην απέναντι ράχη, για τα πανηγύρια τους το καλοκαίρι. Βγάλαμε και αναμνηστική φωτογραφία που μας υποσχέθηκαν πως θα δημοσιευτεί στην τοπική εφημερίδα.

Θέλοντας να βγούμε και πάλι στον πολιτισμό, κάναμε μια επίσκεψη στο Βουλγαρέλι για ένα τσιπουράκι και για να αποφασίσουμε σε ποιο χωριό θα κάναμε Ανάσταση. Ο δρόμος πλέον είναι πολύ καλός και δε θυμίζει σε τίποτα αυτο που αντιμετωπίσαμε πριν 2 χρόνια.
Δυσκολευτήκαμε να αναγνωρίσουμε τα βουνά που στέκονταν απένανι από την πλατεία του χωριού και χρειάστηκε να ρωτήσουμε το μαγαζάτορα για να αντιληφθούμε πόσο δυτικά ήμασταν πια, και πως αντικρύζαμε τα όρη Βάλτου. Το σχέδιο ήταν να κλείναμε για φαγητό στα Θεοδώριανα, μιας και φαινόταν πως είχε περισσότερες ταβέρνες από την Νεράιδα. Το θέαμα που αντικρύσαμε κατά τις 23:00 στο χωριό ήταν αποκαρδιωτικό. Πολύ λίγος κόσμος και καμία πιθανότητα να φάμε μαγειρίτσα εκεί (επιθυμία του Μάκη). Επιστροφή στη Νεράιδα και παρακολούθηση της Ανάστασης. Ο Μάκης κατάφερε να εξασφαλίσει λίγο ψητό κρέας στο καφενεδάκι για όλους μας, να τηρήσουμε και τα έθιμα, φαγητό και επιστροφή στην κατασκήνωση για ύπνο.

Το πρόγραμμα έλεγε Τσιγκόρι για την ημέρα του Πάσχα από Αρματωλικό. Το ξύπνημα έγινε κατά τις 9, με βαρύ στομάχι λόγω του αργοπορημένου δείπνου μας. Ο Αποστόλης για ακόμη μια φορά θα έδινε τη λύση. Καθόλου όρεξη για βουνό και αλλαγή σχεδίων. Επιστροφή στην Αθήνα. Στην επιστροφή μας, χαζέψαμε τη διαδρομή, απολαύσαμε τη θέα των βουνών από τη Γκρόπα, αλλά και της όλης περιοχής, κάναμε μια στάση στην Πύλη για καφέ (μάταια όμως γιατί όλοι είχαν επιφορτιστεί με το σούβλισμα του αρνιού). Τελικά η στάση πήρε παράταση για τον Δομοκό. Εκεί θα χωρίζαν οι δρόμοι μας, εγώ θα ανέβαινα στα Βαρδούσια για να επισκεφτώ τους δικούς μου και τα παιδιά θα επέστρεφαν στην Αθήνα.

Αλλλο θέμα βέβαια, που το βράδυ της ίδιας μέρας πίναμε τσίπουρα όλοι μαζί στον Μαστροκωστόπουλο και την επομένη τα παιδιά θα έκαναν το βουνό της Χωμήριανης στα Βαρδούσια...

Περισσότερες φωτογραφίες στο link
https://photos.google.com/album/AF1QipNyWpMCg3iSCgzGCZ50Kt5xMolYp_9dqhywRBOW

Δεν υπάρχουν σχόλια: